ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (15ο μέρος)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 14ο ΜΕΡΟΣ

6. Το μπόλιασμα των κοραϊστών στην ιστορία και στην πολιτική σκέψη – Πρόσφατα παραδείγματα

Η έναρξη της κοραϊκής ιστορίας στον 19ο αιώνα. Μη θέλοντας να αποκαλύψει, αλλά επιχειρώντας και να παραπλανήσει, ο Τρικούπης αναλαμβάνει να προβάλλει την «οίησιν του κυβερνήτου και την προς τα εθνικά ψηφίσματα αδικαιολόγητον ολιγώρησιν». Κρίνει νόμιμη την Α΄ Εθνοσυνέλευση και παράνομη την Δ΄ Εθνοσυνέλευση. Η αυτογελοιοποιητική «εξήγηση» της χριστιανικής [υπερεθνικής] αποκατάστασης του 1829 ως έπαρση και ασυναρτησία του Καποδίστρια, δείχνει όχι μόνον την φύση του 1821, αλλά και το πόσο εφάρμοζε στην πράξη τον ιστορικό συμβιβασμό η παράταξη της Αθηνάς. Στον 20ο αιώνα η στάση του Τρικούπη βρήκε συνεχιστές.

Οπαδοί και αναλυτές του Κοραή στον 20ο αιώνα τον ανέδειξαν λιγότερο ως φιλόλογο και περισσότερο ως έναν πολιτικό επιστήμονα – φιλόσοφο που πέρασε από το στάδιο του «πεφωτισμένου χριστιανισμού» στον «διαφωτισμό», όταν είδε με τα μάτια του την μεγαλειώδη Γαλλική Επανάσταση. Ένας είναι γι’ αυτούς ο διαφωτισμός από την αρχή ως το τέλος. Με τον όρο «διαφωτισμός» οι πιο τολμηροί παραδέχονται τον «υλισμό», τον οποίο σε καμιά περίπτωση δεν νοούν ως στάση ορκισμένου αντιχριστιανισμού στον πυρήνα του. Η άποψη αυτή εκφράστηκε από όσους θεώρησαν de facto τον υλισμό ως πρόοδο που «απεδείχθη από την επιστήμη». Ταυτόχρονα οι εκφραστές αυτής της άποψης περιέγραφαν την Ελληνική Επανάσταση με όρους ιστορικής ουτοπίας και ψυχολογίας. Μια ψυχολογία που απλοϊκά λέει «το νέο είναι καλύτερο απ’ το παλιό». Και το νέο περιγράφεται με τα κενόλογα επίθετα «μοντέρνο, σύγχρονο, προοδευτικό», ενώ στην λόγια εκδοχή του σημαίνει «δικαιότερο» και στην ανθρώπινη πρόσληψη «υλιστικότερο». Πρόκειται για την εξελικτική θεωρία των πολιτευμάτων που εμφανίζεται πριν από την εξελικτική θεωρία των ειδών. Αυτή η βάση δεν συζητούσε καν την περίπτωση να βρισκόταν αντικειμενικά πιο κοντά στον ανθρωπισμό ο πιστός από τον υλιστή. Η δογματικά θετική ψυχολογία των υλιστών συνδυαζόταν με μια άκρατη επιθετικότητα και μια εξίσου δογματικά αρνητική ψυχολογία κατά των χριστιανών. Περιέγραφαν το πολιτικό σύστημα που βασιζόταν στον νόμο του Θεού ως «κατεστημένο, συντηρητικό, αντιδραστικό». Είναι βέβαιο πως όσοι προσέγγισαν μ’ αυτό τον τρόπο το θέμα, έκαναν την ιδεολογία ιστορία, παρότι ισχυρίζονταν το αντίθετο. Ήταν αδύνατο να δουν στοιχειωδώς ή να ερμηνεύσουν τα γεγονότα. Δεν παραδέχονταν εύκολα ότι ο διαφωτισμός ήταν εξ αρχής θρησκευόμενος, πολύ δε περισσότερο, υποτιμώντας ή / και αγνοώντας τις έννοιες «Ανατολή» και «Δύση» ως όρους της χριστιανικής και πολιτικής ιστορίας, κατέληξαν να συγχέουν ό,τι ελληνικό με το δυτικό. Κατά μείζονα λόγο δεν παραδέχονταν ότι ό διαφωτισμός έχει εξ’ αρχής πολιτική άποψη, διαδίδεται στον χώρο των μυστικών εταιρειών και η αντιχριστιανική τάση που τον παρακολουθεί, διαφοροποιείται έντονα λίγο πριν την επιτυχία της χριστιανικής Επανάστασης που ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα στην Ευρώπη και στον νέο κόσμο. Η αντιχριστιανική τάση του διαφωτισμού μιμείται τις ηθικές χριστιανικές αρχές και επενδύοντας στο σύνθημα της «δημοκρατίας» δελεάζει και προσελκύει οπαδούς, αντιποιούμενη το «πρόγραμμα αγάπης» του χριστιανισμού, το οποίο μεταφέρει σε κοσμικό επίπεδο, αντιποιούμενη -τελικά- τον φορέα του φωτός. Έτσι, με την δύναμη της παραπληροφόρησης, ο διαφωτισμός ορίζεται αντίθετα από τις καταβολές του και η ιστορία των χριστιανικών Επαναστάσεων κόβεται και ράβεται στο πατρόν αυτού του «φωτός».

 

Είδαμε στο προηγούμενο (14ο μέρος) ότι αυτό που κάποιοι χαρακτηρίζουν ως «το λάθος του Δημαρά» δεν ήταν λάθος. Όμως η επίθεση του υλιστικού διαφωτισμού δεν σταμάτησε εκεί. Αρκεί να ακούσει κάποιος τον Φίλιππο Ηλιού και τον Κωνσταντίνο Δημαρά να απορούν, να θλίβονται και να αγανακτούν για τον «τελεσφόρο συμβιβασμό» που επικράτησε μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, για να καταλάβει ότι η ιστορία τους ήταν αδύνατον να δει τόσο την Φιλική και την Σημαία του Υψηλάντη, όσο και το πώς κινείται εναντίον τους το Χρηματιστήριο του Λονδίνου τρία χρόνια αργότερα. Εξοργισμένοι με την πατριαρχική δημοσίευση του Λόγιου Ερμή το 1819, αποσιωπούν τα γεγονότα της Κέρκυρας, βαφτίζοντας κοραϊκή μια Επανάσταση την οποία μεταλλάσσει προσωπικά και ο Δημαράς, εξαφανίζοντας τον Καποδίστρια, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να τον κατηγορήσει για υπεξαίρεση. Η «ιστορική μυωπία» είναι επιεικής χαρακτηρισμός, σωστότερος είναι η «ιστορική τύφλωση» των συγκεκριμένων μαρξιστών που, εκμεταλλευόμενοι την αυτόβουλη-σκόπιμη άρνηση του Καποδίστρια, προσπαθούν να πείσουν ότι ο Μαυρομιχάλης θα διαπραγματευόταν την ένταξή του σε μια Εταιρεία του Σκουφά, ο οποίος θα τον ξεγελούσε, πείθοντάς τον ότι πίσω του βρίσκεται ο «ανήξερος» υπουργός του τσάρου. Μετά την Φιλορθόδοξο Εταιρεία του 1839, μετά την Συντακτική Βουλή του 1844, περίοδο κατά την οποία κλήθηκαν οι επιζώντες να κλείσουν το θέμα της Φιλικής Εταιρείας, μετά την ρωσική ήττα στην Κριμαία, ο υπερεθνικός Φοίνικας έρχεται σε κάποιο μορατόριουμ με την υπερεθνική Αθηνά εντός του εθνικού κράτους. Στο σημείο αυτό εδράζουν το δικαίωμά τους οι δυο ιστορικοί να θεωρούν κοραϊκή την Επανάσταση, αφού πρώτα αποσιωπήσουν και τα εκατοντάδες στοιχεία από την περίοδο του Αγ. Κοσμά του Αιτωλού. Αν μη τι άλλο, η θέση τους αυτή αποκαθιστά τον «χριστιανό» Κοραή στις πραγματικές του διαστάσεις, έμμεσα και την διάσταση της Επανάστασης που δεν θα ξεκινούσε το 1820-21 αν δεν υπήρχε ο Καποδίστριας.

Όσο ψηλότερο είναι ένα προβληματικό οικοδόμημα, τόσο πιο επίφοβη και εντυπωσιακή είναι η κατάρρευσή του. Ο Κοραής δεν είναι πολιτικός στοχαστής ή φιλόσοφος. Είναι απολύτως ετερόφωτος. Δεν έχει προσωπικό κύρος. Παπαγαλίζει πολιτικές θεωρίες άλλων. Δεν μεταβαίνει από την ορθοδοξία στον «ιδεαλιστικό υλισμό», απλώς παρακολουθεί την εξέλιξη των πραγμάτων. Χρησιμοποιείται ως πολιτικός μοχλός του συστήματος, μόλις τα πράγματα πάρουν επικίνδυνη τροπή για τα συμφέροντα του αντιχριστιανικού παράγοντα. Η περίπτωση του 1831-32 είναι η πιο χαρακτηριστική, δεν είναι όμως η μόνη. Ένα πλήθος επιστολών του Κοραή δείχνει πως η ζωή του δεν κατευθύνεται από την φιλολογία ή τον στοχασμό, αλλά από την πολιτική. Η πρώτη γίνεται όχημα προώθησης της δεύτερης. Και η πολιτική του κατεύθυνση κρύβεται πίσω από το «προοδευτικό» προτεσταντικό αναμάσημα του 16ου αιώνα: την ανεξίθρησκη πολιτεία με την δικαιοσύνη του Θεού που διέστρεψε ο «αμαθής» μοναχισμός και ο «ιδιοτελής» κλήρος. Πολιτική κατεύθυνση του Κοραή είναι η κρυφή μάχη εναντίον της πίστης των ανθρώπων στον Θεό. Είναι η μάχη η οποία την κρίσιμη στιγμή αποκαλύπτει τον άξεστο χαρακτήρα του και το μίσος του Κοραή για την πίστη, που κρύβει κάτω από τον μανδύα του ευσεβούς νεο-χριστιανού.

Κωνσταντίνος Υψηλάντης, Λάμπρος Κατσώνης. Ακόμα και στην πιο απλοϊκή εξιστόρηση της περιόδου που λειτούργησε ο «τελεσφόρος συμβιβασμός» έβλεπε κάποιος πρόσωπα της πραγματικής ιστορίας του 21.

Η επιβολή της πλασματικής εικόνας του Κοραή, η αδυναμία προβολής μιας πειστικής απάντησης τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη επίθεση της νεωτερικότητας κατά τον 20ο αιώνα, η κυριαρχία της άποψης ότι η κοινωνική δικαιοσύνη / ισονομία είναι θέμα των ανθρώπων ανεξάρτητα από την πίστη τους στον Θεό, είναι τα στοιχεία που παγίωσαν δυο ιστορικές σχολές στην Ελλάδα, ουσιαστικά, δυο παραλλαγές μιας και μοναδικής άποψης. Οι παραδοσιακοί ιστορικοί αισθάνονταν ντροπή αν δεν υιοθετούσαν τις νεωτερικές απόψεις περί της κρατικής οργάνωσης, επειδή είχαν εγκλωβιστεί στην θεώρηση του Κων/νου Παπαρρηγόπουλου που εμφάνιζε τον συνειδητό συμβιβασμό ως ιστορική πρόθεση της Επανάστασης. Έτσι τα τρία πρώτα Συντάγματα θεωρήθηκαν από όλους τα καθολικώς αποδεκτά «ιερά κείμενα» της Επανάστασης και η «Βουλή» ως ο ναός της νέας θρησκείας που συνυπήρχε ή υπερίσχυε της παλιάς. Όλα αυτά πατούσαν στην ιστορία που ερμήνευε τον εμφύλιο ως τοπικισμό, την Μπουμπουλίνα ως ιδιοτελή, τον Καραϊσκάκη ως ασταθή συνείδηση, τον κοτζάμπαση ως δυνάστη, τον φαναριώτη ως Τούρκο, τον Κοραή ως πρόοδο, τον Καποδίστρια ως ξεροκέφαλο, την Φιλική Εταιρεία ως έργο της ανωνυμίας. Στα τρια παραδείγματα που ακολουθούν θα δούμε πώς παγιδεύτηκαν αμφότερες οι πλευρές από όλα τα θέσφατα και την ελλιπέστατη ιστορία, και τι εμπόδια συνάντησαν όσοι προσπάθησαν να απεγκλωβιστούν, καταφέρνοντάς το ως ένα βαθμό. Αξίζει να σημειώσουμε το προφανές. Προσπάθεια απεγκλωβισμού φαίνεται κυρίως στην νεωτερική πλευρά, ή, τουλάχιστον, σε όσους δεν ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της (εθνικής) παράδοσης που παραμένει αμυντική και στατική, επαφιόμενη στο άδικο της άλλης πλευράς που το εκλαμβάνει ως πλήρη, δική της αλήθεια.

Στοιχεία δημοκρατικού πολιτεύματος – Στ Γυμνασίου, 1975, σ. 24

Η μεταπολίτευση χαρακτηρίστηκε από τον πιο έντονο πολιτικό διπολισμό των τελευταίων 50 ετών, και προσωποποιήθηκε μεταξύ του ευρωπαϊστή Κων/νου Καραμανλή και του «αντιευρωπαϊστή» Ανδρέα Παπανδρέου. Όσο ενιαίο αποδείχθηκε τελικά το πολιτικό περιεχόμενο αμφοτέρων, άλλο τόσο ενιαίο ήταν το κοραϊκό εφαρμοστικό πλαίσιο στην παιδεία. «Πώς να καταστρέψετε τρία μαθήματα ταυτόχρονα» θα μπορούσε να είναι ο υπέρτιτλος του βιβλίου «Τι πρέπει να γνωρίζη ο πολίτης – Στοιχεία δημοκρατικού πολιτεύματος» της Αγνής Ρουσοπούλου για την τελευταία τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου (1975). Τα μαθήματα αυτά είναι η ιστορία, η πολιτική αγωγή και η λογική. Το πρώτο είναι και το πιο αναμενόμενο και αυτό που επηρεάζει τα υπόλοιπα. Δεν μπορεί βέβαια κάποιος σήμερα να απαιτεί από το 1975 την ιστορική γνώση που προέκυψε από νέα τεκμήρια των τελευταίων δεκαετιών. Πρέπει επίσης να συνυπολογίσει την ευφορία της χρονικής στιγμής κατά την οποία η δημοκρατία αποκαθίσταται. Από την άλλη πλευρά, η ιστορική βεβαιότητα με την οποία εκφράζεται το βιβλίο και το συνοπτικό του θέματος, κάνει την υπόθεση να φαντάζει τραγικά υπεραπλουστευμένη και πάνω της να στηρίζει την λογική του πολιτεύματος, των καταβολών αυτού και των ιδιοτήτων του. Έτσι, σε μια περιγραφή της Επανάστασης που ελάχιστα μοιάζει με την πραγματικότητα, η συγγραφέας εδράζει την ανωτερότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος, κάνοντας, προφανώς και τον αντίστροφο συλλογισμό «πώς ήταν δυνατόν να μην αναζήτησε η Επανάσταση το καλύτερο πολίτευμα;». Το ότι στην ιστορία η δικαιοσύνη ταυτίζεται με τον συνταγματισμό, είναι ένα λάθος που οφείλεται στην κεκτημένη ταχύτητα, στην οποία συμβάλλει και η ιστορική αγνωσία. Το ότι η δημοκρατία (ακόμα και σε θεωρητικό επίπεδο) ταυτίζεται με την ισονομία ή την δικαιοσύνη είναι ένα τραγικό λάθος της πολιτικής σκέψης. Το λάθος αυτό τρέφει και ένα άλλο, μεγαλύτερο λάθος· της λογικής, που λέει ότι η αλήθεια συναρτάται από το πλήθος των προσώπων που υποστηρίζουν μια θέση.

Ένα βιβλίο χρήσιμο εκδόθηκε το 1996 με τίτλο «Τα πρόσωπα του Καποδίστρια – Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας και η νεοελληνική ιδεολογία (1831-1996). Η Χρ. Κουλούρη και ο Χρ. Λούκος, απαριθμούν και σχολιάζουν τα βασικά συγγράμματα και την στάση της ελληνικής πολιτικής ζωής απέναντι στον Καποδίστρια, με άξονα την διακυβέρνησή του. Ο σχολιασμός κινείται στο πλαίσιο που διαμορφώνει η θετική αποτίμηση των συγγραφέων για την Γαλλική Επανάσταση και την αρνητική για την στάση του Πατριάρχη Γρηγόριου Ε΄ στην Ελληνική Επανάσταση. Υπάρχουν παραλείψεις και βασικά λάθη, όμως δεν είναι αυτά που δημιουργούν πρόβλημα ανισορροπίας στο βιβλίο. Το βασικότερο ζήτημα είναι ότι οι δυο ιστορικοί εγκλωβίζονται στην εξέταση του Καποδίστρια-Κυβερνήτη με βάση την κυβερνητική του θητεία, αδυνατώντας έτσι να προσεγγίσουν το γιατί η προσωπικότητα είναι αμφιλεγόμενη και έντονα πολωμένοι οι περισσότεροι από αυτούς που μελετούν και καταγράφουν τον Καποδίστρια. Μόνο τότε το βιβλίο χάνει την ισορροπία του, όταν διολισθαίνει σε μια ανεξήγητη (άρα, βαρετή) καταγραφή φιλοκαποδιστριακών και αντικαποδιστριακών κειμένων. Το στίγμα της αστοχίας του βιβλίου είναι το εξής: Σε υποσημείωση της σελίδας 92 αναφέρεται ένα ανώνυμο υπόμνημα του 1852 από το αρχείο Τερτσέτη, στο οποίο ο συγγραφέας θεωρεί πιθανό θεμελιωτή της Φιλικής Εταιρείας τον Καποδίστρια. Η παραπομπή αφήνεται ασχολίαστη, συμπληρώνεται όμως ότι στο ίδιο υπόμνημα «εξαίρεται η προκυβερνητική δράση του Καποδίστρια». Το εδάφιο ανήκει στο κεφάλαιο «Ο ‘Κερκυραίος’. Επτανήσιοι και Καποδίστριας». Συνεπώς οι ιδιαίτερα ικανοί ιστορικοί κλείνουν τα μάτια στην αντίφαση πώς αυτός που χειρίζεται τα θέματα της Βραζιλίας, της Ισπανίας, της Ελβετίας, της Γερμανίας, της Πολωνίας, της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, πώς αυτός που συνεργάζεται με τον Κολοκοτρώνη, τον Κατσαντώνη και ανθίσταται στον Αλή πασά και τους Γάλλους του Ναπολέοντα το 1807, μπορεί να ονομάζεται από κάποιους «Κερκυραίος» και από άλλους «κοσμοπολίτης» και εμείς να απαριθμούμε απλώς τους χαρακτηρισμούς, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να τα έκανε όλα αυτά για να μπορέσει να αναζητήσει δόξα και χρήμα στην ερημωμένη Ελλάδα του Ιμπραήμ; Κι όλα αυτά με ανύπαρκτο τον ρόλο των Φαναριωτών και άκρως υποβαθμισμένο τον ρόλο των Ιονίων στην δημιουργία της Επανάστασης. Όπως κάθε αντίστοιχη προσπάθεια ιστορικής καταγραφής, έτσι κι αυτή, αποπνέει το κλίμα της εποχής. Έντονα σε κάποιες στιγμές υπονοείται μια ικανοποίηση ότι σύντομα θα εκσυγχρονιστούν και τα τελευταία κομμάτια του 1821 για να λήξει οριστικά το εκκρεμές πρόβλημα που ταλανίζει την Ελλάδα. Στα θετικά σημεία ανήκουν οι πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές, η διάρθρωση των ενοτήτων και η αναγνώριση του ισχυρού δίπολου Καποδίστριας – Κοραής, παρά την ένταξη της «διαφωνίας» τους σε πλαίσιο τελείως διαφορετικό από το πραγματικό.

Εφόσον τονίσαμε τον ρόλο που παίζει η πολιτική προδιάθεση των ιστορικών, θα ήταν έλλειψη, αν δεν σημειώναμε το εξής: Το 2011 ο Χρήστος Λούκος έκανε μια ανακοίνωση ιδιαίτερης σημασίας. Στο συνέδριο με τίτλο «Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας – Κριτικές προσεγγίσεις και επιβεβαιώσεις» που οργανώθηκε στην Κύπρο από το εκεί Πανεπιστήμιο, ο Χ. Λούκος περιέγραψε με μεγάλη παρρησία την προσωπική του διαδρομή στην μελέτη της καποδιστριακής πολιτείας. Χωρίς να φτάνει στην ανατροπή των ιστορικών του θέσεων, ο Χ. Λούκος σημείωσε πως στην περίοδο που δεν είχε ακόμα αναλάβει την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής [αποφοίτησε από το ΕΚΠΑ το 1967], ευρισκόμενος κοντά στον κύκλο του Κ. Θ. Δημαρά και επηρεαζόμενος από το αντιδικτατορικό κλίμα, δεν απέφυγε τους αναχρονισμούς. Η ανακοίνωση είχε τίτλο «Η αντιπολίτευση κατά του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια: Επανεξέταση κάποιων προσεγγίσεων» και η διδακτορική του διατριβή (1984) είχε τίτλο «Η αντιπολίτευση κατά του κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια 1828-1831». Ένα βασικό συμπέρασμα του Χ. Λούκου το 2011: «ήταν λαθεμένες και υπερβολικές οι κινήσεις της αντιπολίτευσης, ήταν περιορισμένα τα όρια στα οποία μπορούσε να κινηθεί ο Καποδίστριας και μέσα σ’ αυτά έκανε ό,τι μπορούσε». Με τις σκέψεις αυτές ο Χ. Λούκος θέτει τις βάσεις ανατροπής όλων των ιστορικών παραλογισμών που εμφανίζουν τον Καποδίστρια είτε ως άγιο, είτε ως τέρας, είτε ως κάτι ενδιάμεσο, επειδή δεν μπορεί να αληθεύουν δυο αντίθετες απόψεις για το ίδιο θέμα. Η ανατροπή όμως απαιτεί πλήρη και όχι μερική απαγκίστρωση από τα αναπόδεικτα και αυτό μπορεί να γίνει, όταν τουλάχιστον διαπιστώνεται ότι μεγάλο μέρος των ιστορικών στοιχείων παραμένει στο σκοτάδι. Κι αν -με βάση όσα εδώ εκτίθενται- η προσέγγιση του Χ. Λούκου εξακολουθεί να μένει εγκλωβισμένη στο δίπολο «Έλληνες-ξένοι» και στην αναζήτηση ενός «δυτικόμορφου-διαφωτιστή» Καποδίστρια, αυτό έχει μικρή σημασία μπροστά στο ότι ένας ερευνητής συνεχίζει πάντα το έργο του στηριζόμενος μόνο στις επιστημονικές αρχές και στη συνείδησή του. Η ανακοίνωση του Χ. Λούκου αξίζει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα, ιστορικό και μη [Γεωργής (επιμ), Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, Καστανιώτης, 2015]. Εννοείται πως με τον Καποδίστρια θεωρούμενο ως «κυβερνήτη» και όχι ως οργανωτή της Επανάστασης, η εικόνα του δεν μπορεί να αλλάξει σημαντικά.

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου ενώ προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ εισαγωγής και περιεχομένου, τελικά γέρνει προς την πρώτη

Το βιβλίο «Ιωάννης Καποδίστριας» της σειράς «Μεγάλοι Έλληνες» (2009) διεκδικεί βραβείο πρωτότυπης έκδοσης «2 σε 1». Είναι γραμμένο από τον Π. Πασπαλιάρη και διακρίνεται από εξαιρετική ακρίβεια και ισορροπία στο ιδιαίτερα περιορισμένο πλαίσιο που κινείται και σχετικά με το μεγάλο κοινό στο οποίο απευθύνεται. Η κοραϊκή παρέμβαση λείπει και το πνεύμα του Κ. Θ. Δημαρά διακριτικά στιγματίζεται. Χωρίς ανάλυση του εταιρισμού και του διαρκούς διπολισμού, ο Καποδίστριας χαρακτηρίζεται «μυστικός αρχηγός της Επανάστασης«. Αλλά, φευ! Ο πρόλογος ανήκει στον Θ. Βερέμη και κινείται αντίθετα. Στο μοτίβο του σπάνιου ανθρωπιστή με το αδαμάντινο ήθος που έχει υιοθετήσει [μερικώς] τον [δυτικό] διαφωτισμό. Τα προσωπικά στοιχεία έρχονται να κρύψουν τις αντιθέσεις κοσμοαντιλήψεων και το ψευδές πλαίσιο των «τοπικιστικών αντιπαραθέσεων» παραμένει. Άρα, ο Καποδίστριας είχε μεν ικανότητα να επιλύει τα δύσκολα προβλήματα της Ελβετίας και των ευρωπαϊκών ισορροπιών, ήταν ικανότερος διπλωμάτης των Ταλλεϋράνδου και Μέτερνιχ, αδυνατούσε όμως να χειριστεί επιτυχώς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη το 1831. Και αυτή είναι η μικρότερη αντίφαση του Θ. Βερέμη, που δηλώνει ταυτόχρονα θαυμαστής του Κοραή. Αυτού που -κατά τον Θ. Βερέμη- «επέμενε στον όρο Έλληνας και διαμόρφωσε τον νέο Ελληνισμό». Υπενθυμίζουμε ότι ο πανεπιστημιακός Θ. Βερέμης δήλωνε απογοητευμένος από το επίπεδο διδασκαλίας της ιστορίας στην πρώτη και δεύτερη βαθμίδα εκπαίδευσης.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (15ο μέρος)

  1. Παράθεμα: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (14ο μέρος) | Το καραβάκι της ιστορίας

  2. Παράθεμα: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (16ο μέρος) | Το καραβάκι της ιστορίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.