ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (5ο μέρος)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 4Ο ΜΕΡΟΣ

4. 2. ΓΙΑΤΙ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΘΕΙ ΓΙΑ ΟΣΑ ΕΙΠΕ ΣΤΟΥΣ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΚΡΙΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΔΕ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ;

«Η χριστιανή αμαζόνα (Αικατερίνη) με τον ανίκητο αντίπαλό της». Ο Ρωσο-αυστριακός πόλεμος του 1787 εναντίον των Οθωμανών δεν έγινε καθολικά δεκτός από τους χριστιανούς ηγεμόνες. Ενώ η μαϊμού-Γαλλία και ο Ισπανός βασιλιάς φαίνονται με το μέρος του σουλτάνου, επιδεικτικά απουσιάζει η βασική σύμμαχος του σουλτάνου Σελίμ Γ΄, η Αγγλία. Τότε ο Καποδίστριας ήταν παιδί. Μετά από 13 χρόνια, ο πατέρας του πήρε μέσω Σελίμ και τσάρου Παύλου τα «κλειδιά» της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1819 ο Καποδίστριας έχει συσσωρευμένη πείρα πάνω στο θέμα των συμμαχιών και τον τσάρο Αλέξανδρο από κοντά. Όσα περιγράφονται στο γνωστό πλαίσιο της Φιλικής Εταιρείας δεν συνέβησαν για πρώτη φορά μετά τον Ναπολέοντα. Οι «Έλληνες» ήταν «μόνοι τους» και νωρίτερα.

Το 1811 ο Καποδίστριας φτάνει στην Βιέννη. Εκεί αναλαμβάνει για πρώτη φορά υπηρεσία στην ρωσική διπλωματία, σε μια θέση άνευ σημασίας· ουσιαστικά, δεν έχει αρμοδιότητες. Όμως ο Καποδίστριας δεν επεδίωξε να βρεθεί εκεί χωρίς λόγο. Στις 11 Οκτωβρίου ο υπουργός της αστυνομίας λαμβάνει εντολή να παρακολουθεί τον Καποδίστρια και στις 14 Νοεμβρίου ο Μέτερνιχ λαμβάνει την εξής αναφορά:

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Καποδίστριας προορίζεται, εκτός του κύριου ρόλου του, να προσηλυτίσει και οργανώσει κατά το πνεύμα της ρωσικής πολιτικής τους Έλληνες της Βιέννης. …συνδέεται με ορισμένους πλούσιους ελληνικούς εμπορικούς οίκους με διακλαδώσεις δια των οποίων είναι σε θέση όχι μόνον να ασκήσει επιρροή σε άλλους, αλλά και να συγκεντρώσει μέσω αυτών πληροφορίες πολιτικής φύσεως εκ πολλών περιοχών.

Όταν ο Καποδίστριας παρακολουθείται, ενώ είναι άγνωστος στην ευρωπαϊκή σκηνή, καταλαβαίνει κανείς τι γίνεται αφού χειριστεί το θέμα της Ελβετίας, τι γίνεται από το συνέδριο της Βιέννης και μετά, όταν ανασυσταίνονται έγγραφα που κάηκαν στο τζάκι.

Σε αντίθεση με όσα λέγονται στους Έλληνες στον 19ο και κυρίως στον 20ο αιώνα, ο Καποδίστριας στην Δύση είχε την ταυτότητα του επαναστάτη. Όταν λέμε «Δύση» εννοούμε τις ευρωπαϊκές αυλές, τους κυβερνητικούς παράγοντες και τους κύκλους της διανόησης. Αυτός που στην ελληνική ιστορία προβάλλεται ως υπέρμαχος της πνευματικής αναγέννησης και ως αντίθετος ή επιφυλακτικός μιας ένοπλης εξέγερσης, στην Δύση είχε την αρνητική εικόνα του υποκινητή των όπλων. Και η «αρνητική» αυτή εικόνα αφορά αποκλειστικά στις κυβερνήσεις που είναι ή υποτίθεται πως είναι του Ancien régime, δηλαδή αντικαρμποναρικές / αντιιακωβινικές. Κλασικό παράδειγμα είναι η Αυστρία του Μέτερνιχ. Σκοτεινότερα παραδείγματα είναι η Μ. Βρετανία και η Γαλλία που από το 1821 θα στέλνουν εν ενεργεία αξιωματικούς ή θα διαθέτουν τα λιμάνια τους ελεύθερα για μετακίνηση προσώπων και πολεμικού υλικού προς την Επανάσταση που επίσημα αποδοκιμάζουν ως νεωτερική.

Όταν ξεσπά το θέμα του Υψηλάντη στην Μολδαβία, η εξέγερση έχει ξεκάθαρο υπερεθνικό χαρακτήρα και το στοιχείο αυτό είναι το χριστιανικό. Ταυτόχρονα, για λόγους εσωτερικής ισορροπίας (στην Φιλική) και εξωτερικής εικόνας (προς το διεθνές μυστικο-εταιρικό περιβάλλον) προβάλλεται και ο πολιτικός-εθνικός χαρακτήρας και τα στοιχεία της Γαλλικής Επανάστασης που σχηματοποιήθηκαν επί Ναπολέοντα. Ο Βοναπάρτης το 1797 προώθησε ιδιαίτερα την ιδέα της εθνικής Γραικίας με έντονη αναφορά στην κλασική αρχαιότητα και στην δημοκρατία. Το έκανε κινούμενος ενάντια στην φαναριώτικη υπερεθνικότητα, που, έχοντας ξεπεράσει και τα όρια της ορθοδοξίας, εδραζόταν στους πολέμους Ρωσίας και Αυστρίας εναντίον της Πύλης. Ο Υψηλάντης λέει ότι κινείται ως προς τον στόχο της ελευθερίας «κατά μίμηση των λαών της Ευρώπης», όμως το κεντρικό του σύνθημα είναι «εν τούτω τω σημείω νικώμεν«, δηλαδή κάτω από τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό. Ονομάζει «Έλληνες» όσους μιλούν Βουλγαρικά ή Σερβικά και αντιπροσωπεύει μια Εταιρεία που, όσο σχηματιζόταν, έλεγε ότι αποτελείται αποκλειστικά από ελληνόφωνους (Γραικούς), όμως μόνον αυτό δεν συνέβαινε -αντίθετα τελείως από όσα μαθαίνουμε μέσω του Ξάνθου και του Π. Σέκερη. Μάλιστα ο «πλήρης» Ξάνθος και ο «πλήρης» Σέκερης τα επιβεβαιώνουν αυτά, άρα, συνοπτικά η ελληνική έγερση όχι μόνον αρχικά, αλλά και μετά τον σχηματισμό του κράτους δηλώνει άλλη από αυτήν που ήταν. Δηλώνει νεωτερικώς εθνική, ενώ ήταν παραδοσιακώς εθνική, δηλαδή χριστιανική. Αυτό δίνει την ευκαιρία στην αντίπαλη πλευρά (στην κατά πεποίθηση νεωτερικώς εθνική) να μετατοπίζει την αιτία της σύγκρουσης και να την ελέγχει ως πλημμελώς νεωτερική. [Πέρα από το σχέδιο του χιλίαρχου Σάββα Καμινάρη που προέβλεπε συντονισμένη Σερβική-Βοσνιακή-Μαυροβούνια-Βουλγαρική επίθεση και τσαρικής παρέμβασης περσικό αντιπερισπασμό στα ανατολικά σύνορα των Τούρκων, υπήρχε και ο κλάδος της Βλαχίας υπό τον Βλαδιμιρέσκου, προσωπικού φίλου του Υψηλάντη].

Το θέμα μεταξύ Αλή πασά-Φιλικής είναι γνωστό στην Αγγλία. Δεν είναι ο μόνο. Ενόψει της αναπόφευκτης ελληνικής έγερσης, η καρμποναρία των Ιταλών που ελέγχεται από την κεντρική στοά του Λονδίνου δημιουργεί στα μέσα του 1820 τις εξεγέρσεις της Νάπολης και του Πιεμόντε. Οι διακηρύξεις του Υψηλάντη καθώς και κάποιες από τις δικαιολογίες που επικαλείται για το ότι εμφανίζεται στην Μολδοβλαχία αντί για την Πελοπόννησο δίνουν την ευκαιρία στο Λονδίνο να υποκριθεί αντίθετα από τον Υψηλάντη: «αφού είσαι νεωτεριστής σε πολεμάμε». Ομαδοποιείται δηλαδή η ελληνική Επανάσταση με άλλες που, αν δεν προκλήθηκαν από την αντίπαλη δύναμη γι’ αυτό και μόνον το λόγο, έγιναν αφορμή να ομαδοποιηθεί ο ανίκανος να αντιδράσει -άρα ακίνδυνος- Υψηλάντης με το «ήπιο» τμήμα της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή με τον Ναπολέοντα. Και είναι ακίνδυνος, γιατί με το πέρασμα ελάχιστου χρόνου, η Πατριαρχική αποκήρυξη και η τσαρική αποποίηση που ο Υψηλάντης γνώριζε ότι θα συμβούν, δεν συρρικνώνουν απλώς την χριστιανική έγερση σε ελληνόφωνη· παρατείνεται η τσαρική αδράνεια, δηλαδή καθυστερεί ο ρωσοτουρκικός πόλεμος που ανέμενε σε δεύτερο χρόνο ο Υψηλάντης και για τον οποίο πάσχιζε ο Καποδίστριας. Δεν θα εμφανιστεί ούτε κατά το 1822, ούτε το 23 ή 24. Άρα ο Υψηλάντης θα αντιδράσει περιορισμένα και μόνον αφού αποφυλακιστεί. Κάποια στιγμή θα καταλάβει ότι η φυλάκισή του είναι ρωσική. Το ίδιο και η αποφυλάκισή του, που θα γίνει υπό όρους, όταν το ελληνικό ζήτημα έχει κριθεί. Λίγο πριν πεθάνει, θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει το όνομά του, στον βαθμό που αυτό δεν θα βλάψει την ελληνική υπόθεση. Θα πει με τρόπο «δεν φταίω εγώ τσάρε Νικόλαε, άλλα είχαμε συμφωνήσει με τον αδελφό σου και τον Καποδίστρια».

Ιωάννης Βασιλειάδης ή Φιλήμων, ο πρώτος μεγάλος ιστορικός της Επανάστασης. Στριμωγμένος για μεγάλο διάστημα μεταξύ συνείδησης, αυτοπεριορισμών και εχθρικού περιβάλλοντος, δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει το εκδοτικό του έργο, αφήνοντας ένα εξαιρετικά σημαντικό αρχείο που παραμένει ανεκμετάλλευτο

Αυτά ο Φιλήμων θα τα κρύψει, όπως θα κρύψει την «απόφαση του Υψηλάντη» να μην πάει στην Πελοπόννησο πίσω από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο. Ο δεύτερος πείθει (δήθεν) τον πρώτο, με βάση όσα γνωρίζει από τις επαφές του στον Μωρηά και εγγράφως του μεταφέρει. Εδώ υπάρχουν τρεις αντιφάσεις: α) ο Κων/νος Υψηλάντης και οι λοιποί Φαναριώτες της χριστιανικής ιδέας εργάστηκαν στον ίδιο χώρο (Μολδοβλαχία), με τον ίδιο στόχο επί έναν αιώνα β) Από το 1817 η Εταιρεία έκανε μια τεράστια επένδυση στα πριγκιπάτα Μολδαβίας-Βλαχίας. γ) Ο Υψηλάντης που έχει απλώς ειδοποιήσει να μην τον περιμένουν στην Τεργέστη από τον Οκτώβριο, επειδή «άλλαξε [ο ίδιος] τα σχέδια«, εισέρχεται στην Μολδαβία όταν παίρνει ένα μήνυμα από το Τροπάου, το οποίο ο Ξάνθος που φέρεται να ίδρυσε την Εταιρεία το ονομάζει «διαταγή«. Το σήμα δόθηκε από κάποιο κέντρο που έκρινε απλώς και μόνον τον χρόνο; Είναι φανερό πως η δράση στην Μολδοβλαχία ήταν στα αρχικά σχέδια της Εταιρείας και αυτό το κρύβει ο Υψηλάντης, το κρύβουν και οι περί αυτόν, όπως ο Φιλήμων. Και θα τα κρύψουν, αφού πρώτος τα κρύβει ο ένας τσάρος μετά τον άλλον και στη συνέχεια ο Καποδίστριας, που είναι υποχρεωμένος να δηλώνει «δεν έκανα εγώ την Επανάσταση, οι Φιλικοί είναι τυχάρπαστοι εμποροϋπάλληλοι που δεν θέλω να τους βλέπω ούτε ζωγραφιστούς». Προς τι τότε η προσπάθεια των δυτικών κυβερνήσεων να «ενοχοποιήσουν» τον Καποδίστρια; Όλοι μεταξύ τους γνωρίζουν ποιος και τι έκανε.

Το πρώτο ζητούμενο δεν είναι «ποιος έκανε την Επανάσταση», αλλά «τι είδους Επανάσταση έγινε«. Η Δύση σε πρώτη φάση προσπαθεί να εμφανίσει τον Καποδίστρια ως ύποπτο στα μάτια του τσάρου Αλέξανδρου. Ότι δηλαδή ο Καποδίστριας παίζει διπλό παιχνίδι και ότι υποκρίνεται τον χριστιανό Επαναστάτη ενώ στην πραγματικότητα είναι το αντίθετο. Άρα, προσπαθεί να παρουσιάσει τον Καποδίστρια ως αρχηγό όχι μόνον της Ελληνικής, αλλά και των Ιταλικών Επαναστάσεων, στηριζόμενη στον κλάδο της Φιλικής που εδρεύει στην Ιταλία. Ακόμα όμως κι αν ο Καποδίστριας είναι «αθώος», στον τσάρο Αλέξανδρο, που γνωρίζει την βαρύτητα μιας Ελληνικής Επανάστασης, εμφωλεύει η ανησυχία ενός απρόβλεπτου ντόμινο που μπορεί να προκαλέσει η εταιρική δυναμική της νεωτερικότητας μέσα από τον ρωσικό τεκτονισμό. Ο Αλέξανδρος δεν είχε ισχυρή ψυχολογία. Στην εισβολή του Ναπολέοντα είχε φοβηθεί πολύ. Πεταγόταν ανήσυχος, όταν στο ρωσικό στράτευμα παρουσιαζόταν κάποιο επεισόδιο απειθαρχίας. Αποτέλεσμα αυτής της ψυχολογίας θα είναι η αδρανοποίηση του τσάρου Αλέξανδρου, που θα φοβηθεί -όχι αναίτια, όπως αποδείχθηκε το 1825- πως ο ρωσικός εταιρισμός (ελεγχόμενος από την Δύση σε μεγάλο ποσοστό) θα στραφεί εναντίον του σε περίπτωση κήρυξης ρωσοτουρκικού πολέμου και θα χάσει τον έλεγχο του δικού του κράτους. Συνεπώς ο Καποδίστριας, που γνωρίζει καλά το παιχνίδι, θα φροντίσει να κατοχυρωθεί πρώτα-πρώτα έναντι του τσάρου. Θα στείλει γραπτό-υπογεγραμμένο κείμενο με όσα είπε στους οπλαρχηγούς και στην Κωνσταντινούπολη και στα ευρωπαϊκά κέντρα της Εταιρείας. Οι αντίπαλοι θα προσπαθήσουν να διασπάσουν όχι μόνον το μέτωπο τσάρου-Καποδίστρια, αλλά και συνολικά την καποδιστριακή παράταξη εντός και εκτός Επανάστασης, δείχνοντας ότι η επαναστατική συνείδηση του Καποδίστρια είναι Ναπολεόντεια. Ότι υποκρινόταν προς τον Ευγένιο Βούλγαρι, τον Νικηφόρο Θεοτόκη, τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη, τους αδελφούς Στούρτζα, τους αδελφούς Ζωσιμά και τους λοιπούς παράγοντες της ελληνοκεντρικής χριστιανικής αδελφότητας, ενώ οι αληθινοί του συνοδοιπόροι ήταν ο Guilford, ο Thiersch και ο Κοραής με τους οποίους επίσης -τυπικά- συμβαδίζει.

Στόχος της αντιχριστιανικής παράταξης είναι η προσπάθεια να καταταχθεί η Ελληνική Επανάσταση στις νεωτερικές και ο Καποδίστριας είτε στους χριστιανούς διώκτες της, είτε στους διστακτικούς νεωτεριστές. Στην αρχή της Επανάστασης μόνον η Αγγλία θα βοηθά φανερά τους Τούρκους. Και παρόλο που η βρετανική πρεσβεία της Πόλης θα υποστηρίξει την Πύλη καταγγέλλοντας την Ρωσία, η Φιλική θα καταφέρει να αμυνθεί ως ένα σημείο, υποστηρίζοντας μέσω της ρωσικής πρεσβείας ότι η Αγγλία ψάχνει αφορμή να κατακτήσει την Πελοπόννησο και να την εντάξει στο Επτανησιακό κράτος. Όταν ξεσπάσει η Επανάσταση, η Δύση (και κυρίως η Μ. Βρετανία, η οποία δεν προσχώρησε στην Ιερά Συμμαχία) θα χρησιμοποιήσει επιλεκτικά τον Υψηλάντη για να δηλώσει τυπικά ουδέτερη, ουσιαστικά αντίθετη. Θα αλλάξει στάση (ως ένα βαθμό μόνο) μετά τα Δερβενάκια, όταν δει ότι η Φιλική, ως εθνική και όχι ως διεθνής δύναμη, πέτυχε τον πρώτο στόχο της στην Πελοπόννησο. Και η αλλαγή θα είναι υποκριτική, αφού όψιμα αναγνώρισε (de facto) την Επανάσταση ως χριστιανική. Θεώρησε -άραγε- η Αγγλία χριστιανική την «Επίδαυρο» των Μαυροκορδάτου-Νέγρη που έκαναν το παν για να κρύψουν την Φιλική Εταιρεία και όχι τον Αλέξανδρο Υψηλάντη που απευθύνθηκε ξεχωριστά στους Γραικούς (ελληνόφωνους) και ζήτησε να ταφεί με την στολή του Ιερού Λόχου; Χρειαζόταν η (απρόσμενη;) αλλαγή υπουργού εξωτερικών για να αλλάξει η πολιτική μιας αυτοκρατορίας; Αν και η Ιερά Συμμαχία δεν θα κινηθεί εναντίον της Ελληνικής αλλά μόνον εναντίον της Ισπανικής και των Ιταλικών Επαναστάσεων, οι νεωτερικές δυνάμεις θα κρύβουν αυτό το γεγονός και την εξήγησή του [πώς γίνεται μια χριστιανική συμμαχία να επιτεθεί σε μια χριστιανική Επανάσταση που γίνεται προς αποτίναξη του ισλαμικού ζυγού;] λέγοντας λαϊκιστικά ότι όλες οι Επαναστάσεις των λαών είναι λαϊκοκινούμενες και εναντίον τους κινείται η χριστιανική Εκκλησία. Ποιος θα προσέξει τον ξεχωριστό Μπάιρον που έλεγε χαριτολογώντας «μακάρι η Ελληνική Επανάσταση να ήταν καρμποναρική, να έπαιρνα κι εγώ λίγη από την δόξα της»; (ως καρμπονάρος). Αλλά και ποιος θα προσέξει τον Καποδίστρια, όταν τα λίγα που δεν κρύβει, αναλαμβάνουν κάποιοι ιστορικοί να τα συσκοτίσουν;

Για να κατανοήσουμε την «κατοχύρωση» που ζητά ο Καποδίστριας, πέρα από τα όσα έγιναν το 21, υπάρχουν και αυτά που έγιναν (και πρέπει να γνωρίζουμε) ένα χρόνο πριν το ταξίδι του στην Κέρκυρα. Ως προς την σχέση οπλαρχηγών-Καποδίστρια-Ρωσίας: Τον Ιανουάριο του 1818 ο Καποδίστριας υποβάλλει εκτεταμένο υπόμνημα στον τσάρο σχετικό με το απορριφθέν αίτημα των Ελλήνων στρατιωτών στην Ζάκυνθο να εγκατασταθούν στην Ρωσία. Λέει ότι το αίτημα είχε υποβληθεί πριν από ένα χρόνο, εξαιτίας της αγγλικής πολιτικής που διέλυσε τα στρατιωτικά σώματα (σύμφωνα με τον Arsh το αίτημα υπεβλήθη στις αρχές του 1816 μέσω του Σανδρίνη). Υπενθυμίζει ότι αυτοί οι άνδρες που στελέχωσαν τα τρία συντάγματα του 1803-04 έδειξαν αφοσίωση στην Ρωσία (εγγυήτρια τότε δύναμη των Επτανήσων) και ότι με την έλευση των Γάλλων, οι ίδιοι υπηρέτησαν τον νέο προστάτη, αφού πρώτα ορκίστηκαν να μη πολεμήσουν ποτέ εναντίον της Ρωσίας. Με την κορύφωση του πολέμου εναντίον του Ναπολέοντα, οι ίδιοι στρατιωτικοί υποστήριξαν την Αγγλία που κατέλαβε τα Επτάνησα, πλην της Κέρκυρας. Υπονοώντας ότι οι υποσχέσεις που δόθηκαν από την Αγγλία για το ελληνικό θέμα, δεν τηρήθηκαν, ο Καποδίστριας λέει ότι μετά το 1814 οι οπλαρχηγοί Αναγνωσταράς και Χρυσοσπάθης, που αναγκάστηκαν να μισθοδοτούν εξ ιδίων τους στρατιώτες, ζήτησαν να μετοικίσουν στην Ρωσία. Μετά από διάφορες περιπέτειες, οι οπλαρχηγοί ταξίδεψαν στην Κων/πολη, είδαν τον Στρογκανώφ και πήραν άδεια επίσκεψης στην Ρωσία. Έφτασαν στην Οδησσό το φθινόπωρο του 1817. Στη συνέχεια πήγαν στην Μόσχα, όπου έδρευε ο τσάρος τον χειμώνα και εκεί συνάντησαν τον Καποδίστρια τον Ιανουάριο του 1818 (σύμφωνα με τον Arsh), άρα το υπόμνημα γράφτηκε αμέσως μετά την συνάντηση (βλ. στο βιβλίο για τον Καποδίστρια σ. 121-125 και στο βιβλίο για την Φιλική Εταιρεία που εκδόθηκε στα ελληνικά το 2011 σ. 282). Ο Καποδίστριας ζητά από τον τσάρο να τύχουν αποζημίωσης και προστασίας, κινούμενοι στην Οθωμανική επικράτεια, ως μισθοδοτούμενοι Ρώσοι αξιωματικοί. Για τους στρατιώτες προτείνει να ενταχθούν στο υπό ανασύσταση ελληνικό τάγμα (αλβανικό ή μακεδονικό ονομάζεται) της Νάπολης, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε από τον πρόξενο Μπενάκη. Υπόσχεται ότι η ένταξη αυτή δεν σημαίνει «σύμπραξη σε νεωτερισμούς» που θα μπορούσαν να παρεξηγηθούν από κάποιους [O Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία, σ. 327-332]. Και αυτό το σημείο είναι μια αντίφαση της «παλινόρθωσης». Υποτίθεται ότι ο γαμπρός του Ναπολέοντα, ο Μυρά, είναι παρελθόν. Επέστρεψε στον θρόνο ο Φερδινάνδος Α΄. Γιατί η Ν. Ιταλία είναι επιρρεπής σε «νεωτερισμούς»;

Δίπλωμα καρμποναρικής στοάς του Σαλέντο (1820)

Αν και δεν είναι ξεκάθαρο το τι επιδιώκει ο Καποδίστριας με την «ιταλική πρόταση«, το περιγραφόμενο σκηνικό είναι -χωρίς την παραμικρή αμφιβολία- το εταιρικό περιβάλλον στο οποίο ήταν ενταγμένοι αξιωματικοί και στρατιώτες των πολέμων και των Επαναστάσεων. Μια απάντηση για το ελληνικό τάγμα δίνει ο Αμβρόσιος Φραντζής στην ιστορία του (τ. Α΄, σ. 53). Λέει ότι ο μ. Ουγγροβλαχίας (πρώην Άρτας) Ιγνάτιος βρισκόταν σε συνεννόηση με τον Αλή από το 1818 και όταν ο Σουλτάνος ετοιμαζόταν να κινηθεί εναντίον του, ο Ιγνάτιος υποσχέθηκε να τον ενισχύσει με στρατό 10 χιλιάδων Ελλήνων από την Νάπολη, αν ο πασάς μπορούσε να εξασφαλίσει την πληρωμή τους. Προσθέτει μάλιστα ότι ο Περραιβός επιβεβαίωσε τον μ. Ιγνάτιο. Ο πάντα λιτός Κολοκοτρώνης δίνει μια εταιρική πληροφορία που μπορεί να έχει σχέση με το ίδιο θέμα: «εκάμαμε [~1811] όσοι καπετανέοι Έλληνες ευρέθημεν εις Ζάκυνθον μιαν αναφοράν, με την οποίαν εζητούσαμεν βοήθεια από την Αγγλική κυβέρνηση δια να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα· […] Ο Τζούρτζ, αφού επήγε εις την Αγγλία, παρρησίασε την αναφορά και έλαβε την άδεια να σχηματίση ένα ρεγιμέντο από 1.500 Έλληνας και εις το διάστημα 5, 6 μήνας οργάνισε 600 Έλληνας, αλλ’ αφού έπεσεν ο Ναπολέων, ήλθε η διαταγή και διέλυσαν τα ξένα στρατεύματα και των Ελλήνων· […] Είδα τότε ότι, ό,τι κάμωμε, θα το κάμωμε μονάχοι και δεν έχωμε ελπίδα καμμία από τους ξένους· ο Τζούρτζ επήγε εις την Νεάπολη, έγινε εκεί στρατηγός, με επροσκάλεσε με 2 γράμματά του και επειδή ήξευρα την εταιρίαν, δεν εδέχθηκα αλλά εκύταζα πότε να βγούμε δια την Πατρίδα μας».

Αναφέροντας ο Καποδίστριας την συνάντηση στην Μόσχα (1817) με τους οπλαρχηγούς, μνημονεύει την γνωριμία που είχε μαζί τους από το 1807 στην Λευκάδα. Λέει ότι θα έπρεπε να είχε υποψιαστεί πως όσοι τον συνάντησαν, ανήκαν ήδη στην Εταιρεία. Ο έμπειρος διπλωμάτης χαρακτηρίζει τον εαυτό του εύπιστο, υπονοώντας πως τους πίστεψε, επειδή τους γνώριζε. Αλλά αυτό είναι περισσότερο αντιφατικό. Ως τι τους γνώριζε; Ως πατριώτες που δεν ήταν εταιριστες; Τελικά οι Αναγνωσταράς και Χρυσοσπάθης εντάσσονται στο ελληνικό τάγμα της Οδησσού με τον στρατιωτικό βαθμό που είχαν όταν υπηρετούσαν στην ρωσική υπηρεσία. Τον Μάρτιο του 1818 οι οπλαρχηγοί εγκατέλειψαν την Μόσχα και μετέβησαν στην Οδησσό. Εκεί συναντήθηκαν πάλι με τον Καποδίστρια και στην συνέχεια αναχώρησαν για την Κωνσταντινούπολη με συστατικές επιστολές προς τον πρέσβη Στρογκανώφ. Στο υπόμνημα του 1826 ο Καποδίστριας λέει ότι στην συνάντηση με τους οπλαρχηγούς στην Μόσχα, πείστηκε ότι αυτοί δεν ανήκαν στην Εταιρεία (την οποία είχε «γνωρίσει» από τον Γαλάτη). Ενώ δεν τους κατονομάζει, λέει ότι τους γνώριζε από το 1807 στην Λευκάδα, όταν αυτοί βρισκόντουσαν στις διαταγές του στρατηγού Παπαδόπουλου. Τους σύστησε να προσέχουν την απατηλή Εταιρεία, και τελικά, αποδείχθηκε ότι κακώς έδωσε πίστη στα λόγια τους, αφού αυτοί ήταν ήδη μέλη της Φιλικής. Αποδίδει μάλιστα την διάδοση της Εταιρείας στην Κων/πολη το 1817 στην άκαμπτη στάση του Στρογκανώφ έναντι του Σουλτάνου, που έγινε γνωστή και ενθάρρυνε τους εταιριστές να πιστεύουν ότι η Ρωσία ήταν φιλική προς τους Έλληνες. Το 1826 ο Καποδίστριας επιβεβαιώνει την προσπάθειά του να ενταχθούν οι στρατιώτες της Ζακύνθου στο τάγμα της Νεαπόλεως, αλλά δεν λέει τίποτα για τον Αναγνωσταρά και τον Χρυσοσπάθη, ούτε για τις επαφές που είχε με τους Μοτσενίγο και Μπενάκη, προξένους της Ρωσίας στην Ν. Ιταλία.

Συνεπώς, η κατοχύρωση του Καποδίστρια το 1819 αφορά α) στην ισορροπία της Φιλικής Εταιρείας που οφείλει να μην παρεκκλίνει του χριστιανικού στόχου της (τον οποίο πρόκειται να περιγράψει με σκόπιμη ασάφεια ο Υψηλάντης) και β) στην εξασφάλιση του Καποδίστρια έναντι του τσάρου, επειδή ο πρώτος κατηγορείται από τα «χριστιανικά» ανακτοβούλια της Δύσης ότι φορά το προσωπείο ενός επαναστάτη-χριστιανού, αν και στην πραγματικότητα είναι ένας επαναστάτης-καρμπονάρος. Η εγκύκλια επιστολή δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί, ώστε να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή προφύλαξη της Επανάστασης μετά την έκρηξή της, με δεδομένο ότι η αντίπαλη πλευρά θα επιχειρούσε να την εμφανίσει ως ταξική-καρμποναρική Επανάσταση (βλ. τις οξύνσεις σε Βέρβαινα και Ζαράκοβα το 1821 τις οποίες χειρίστηκε επιτυχώς ο Κολοκοτρώνης). Πέρα από την «εσωτερική» κατοχύρωση, υπάρχει και η «εξωτερική». Με δεδομένο ότι η επιστολή του Καποδίστρια θα γίνει γνωστή, είναι προφανές ότι η σύνταξή της είναι τέτοια, ώστε να δικαιούται ο συντάκτης να λέει πως με το ταξίδι του στην Κέρκυρα δεν υποκίνησε ή επιδίωξε την Επανάσταση ούτε ως πρόσωπο, ούτε ως παράγων της ρωσικής πολιτικής. Απλώς μιλούσε για πίστη στον Θεό, για ηθική και φιλολογική παιδεία. Το ίδιο θέμα επανεμφανίζεται -όπως θα δούμε στην επόμενη ενότητα- το 1820.

Η παρουσία του Καποδίστρια στην Κέρκυρα δεν είναι ευρέως γνωστή, γιατί εκτός από τους κοραϊστές, την απέκρυπταν και οι καποδιστριακοί. Μια δυνατότητα ευρύτατης γνωστοποίησης ήταν η τηλεοπτική σειρά του 1983 «Μαντώ Μαυρογένους». Το επόμενο βίντεο δείχνει πώς το σενάριο αντιμετωπίζει το ταξίδι του Καποδίστρια στην Κέρκυρα. Δεν περιμένει βέβαια κανείς μια προσήλωση στα ντοκουμέντα για ένα θέμα τόσο δύσκολο. Όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς αντιμετώπισε αυτή την συνάντηση το σενάριο του Γιώργου Ρούσσου στο οποίο κυριαρχούσαν: μια απλοϊκή Φιλική Εταιρεία, μια Ιερά Συμμαχία με λανθασμένα ιδρυτικά μέλη, μια διαρκής καταγγελία των κοτζαμπάσηδων και των φαναριωτών, μια απόλυτη βεβαιότητα για την επανάσταση των ελληνόφωνων όπου Τσακάλωφ και Μαυρογένηδες στην Τεργέστη είναι οι πρωτοκαρμπονάροι της ελληνικής καρμποναρικής εξέγερσης. Το πνεύμα είναι λαϊκό. Ο λαός είναι «προδομένος» όπως λέει ο τίτλος και ένας από τους μεγαλύτερους ρόλους είναι η νόνα της Μαντώς.

Από τα μέσα του 1821, όταν η Ρωσία διακόπτει τις διπλωματικές της σχέσης με την Πύλη, ως τον Απρίλιο του 1822 ένας ρωσοτουρκικός πόλεμος φαινόταν εφικτός, με βάση τις σχέσεις των δυο χωρών. Όμως ο τσάρος επεδίωκε να επέμβει στο πλαίσιο μιας συμφωνίας της Ρωσίας με τους συμμάχους. Το πνεύμα της Συνθήκης της Ιεράς Συμμαχίας έδειχνε ότι τους χριστιανικούς λαούς πρέπει να τους κυβερνούν χριστιανοί βασιλείς και ο τσάρος από την μια πλευρά τόνιζε την «αυτόβουλη έγερση» ενός χριστιανικού έθνους και την μουσουλμανική βαρβαρότητα της αντίδρασης (απαγχονισμός Πατριάρχη, σφαγές και βασανισμοί αμάχων, καταστροφές Εκκλησιών), από την άλλη δίσταζε να δράσει μόνος και φοβόταν πάντα μια νέα Γαλλική Επανάσταση, αφού η παλιά έφερε τον Ναπολέοντα στην Μόσχα. Φοβόταν γενικότερα έναν «τεκτονικό σεισμό» εντός της Ευρώπης αλλά και εντός της Ρωσίας από το «επαναστατικόν Διευθυντήριον των Παρισίων». Ο Καποδίστριας έκανε το παν για να πείσει τον τσάρο, ο Μέτερνιχ -αντιπροσωπεύοντας και την Μ. Βρετανία- εργαζόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προσπαθούσε να πείσει τον τσάρο -αυτό έγινε και ίσχυσε ως το 1826- να ξεχωρίσει τις ρωσοτουρκικές διαφορές από το ελληνικό ζήτημα. Όταν ο τσάρος επέμεινε το 1822 να χρησιμοποιεί για τις διαπραγματεύσεις τον Τατίτσεφ, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος εξαφανίστηκε ως προοπτική. Ο Καποδίστριας έκρινε πως η αποστολή του έληξε. Αποσύρθηκε στην Ελβετία. Ο τσάρος δεν έλυσε την υπηρεσιακή του σχέση, αποτρέποντας έτσι τον Καποδίστρια από μια «επίσημη» εμφάνισή του στον επαναστατημένο χώρο.

Η οικογένεια Σκαρλάτου Στούρτζα αποτελούσε έναν βασικό φαναριώτικο κρίκο με προσβάσεις στον διεθνή εταιρισμό και την ρωσική πολιτική. Υποδέχθηκε τον Καποδίστρια όταν έφτασε στην Ρωσία και τον βοήθησε να αναδειχθεί σύντομα στον χώρο της πολιτικής. Η Ρωξάνδρα (κόρη του Σκαρλάτου και της Σουλτάνας Μουρούζη, εξαδέλφη του Αλέξανδρου Υψηλάντη) παντρεύτηκε τον Γερμανό κόμη Edling. Έδωσε εντολή να δημοσιευτούν τα απομνημονεύματά της 50 χρόνια μετά τον θάνατό της.

Στην περίοδο που κρινόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, οι προσπάθειες ενοχοποίησης του Καποδίστρια δεν σταμάτησαν. Ο Μέτερνιχ προσπαθούσε να αποσπάσει έγγραφη ομολογία του φυλακισμένου Υψηλάντη για την συνεργασία του με τον Καποδίστρια. Ταυτόχρονα, καυχιόταν ότι διέθετε πλήθος εγγράφων που αποδείκνυαν ότι ο Καποδίστριας οργάνωσε τις καρμποναρικές Επαναστάσεις σε Ιταλία και Ελλάδα. Ο Maitland προσπαθούσε να παρουσιάσει την «αντιπολίτευση» των Ιόνιων νησιών ως «μέλη σεχτών, που δρούσαν σε συνεννόηση με τους ριζοσπάστες, τους φιλελεύθερους, τους καρμπονάρους» [επιστολή 7-1-1821 του Ρώμα από την Βενετία στον Καποδίστρια που βρίσκεται στο Λάυμπαχ. Arsh, Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία, σ. 150]. Υπόψιν ότι ο Ρώμας, που θα σώσει την Επανάσταση (1824-26) και θα στρώσει το χαλί για τον Καποδίστρια, έχει εγκαταλείψει την Ζάκυνθο το 1820, λόγω της ανθεπαναστατικής πολιτικής του Λονδίνου. Η αγγλική διοίκηση της Επτανήσου ελέγχει ασφυκτικά όσους βρίσκονται «in servizzio, e secretto corrispondente di Capodistria» (στην υπηρεσία του Καποδίστρια και σε μυστική συνεννόηση μαζί του). Για το ίδιο θέμα έχουμε μια ακόμη μαρτυρία. Το 1822 ο Χριστόφορος Περραιβός βρισκόταν στην Κεφαλονιά. Ο διοικητής του νησιού, Συνταγματάρχης Charles James Napier του είπε:

Κύριε Περραιβέ! Η Αυτού Υψηλότης, ο μέγας αρμοστής της Επτανήσου Λόρδ Μέτλανδ, μοι γράφει να σας ειπώ με βεβαιότητα, ότι όχι μόνον σε συγχωρεί να κατοικήσης ελευθέρως εις την Επτάνησον, αλλά και ό,τι άλλο επιθυμείς να ζητήσης παρά της Υψηλότητός του, καθώς χρήματα, βαθμούς και τα παρόμοια, υπόσχεται να σας τα δώση κατά την αίτησίν σας· αντί δε τούτων όλων ζητεί να λάβη παρά της ευγενείας σας εν μόνον μικρόν γραμμάτιον, δια του οποίου να αποδεικνύεται, ότι ο αίτιος της Ελληνικής επαναστάσεως εχρημάτισεν ο Ιωάννης Καποδίστριας. [Περραιβός, Απομνημονεύματα πολεμικά, 1836, τ. Α΄, σ. 188]

Ο Περραιβός απάντησε πως δεν γνώριζε τον Καποδίστρια, αλλά κι αν ακόμη γνώριζε τους πρωταίτιους της Επανάστασης, δεν θα τους κατέδιδε. Ας δούμε ποιος ήταν ο Περραιβός. Μέσω αυτού θα δούμε πολλά και ενδιαφέροντα σχετικά με τις δυο απαραίτητες στρατιωτικές προϋποθέσεις της Επανάστασης που λέγονται «Μάνη» και «Σούλι». Θα δούμε ιδιαίτερα πώς η Μάνη αντιμετωπίζεται από τον Καποδίστρια και τον τσάρο Αλέξανδρο στις αρχές του 1820. Η ανάδειξη αρχηγού το 1820 ζητά την επιβεβαίωση του 1814. Ποιο «1814» οδηγεί σε ποιο «1821»; Ήταν το 1821 η συνέχεια του Ρήγα και των προ αυτού διεθνών προσπαθειών για μια Ελληνική Επανάσταση; Υπήρξε άλλη προσπάθεια για Επανάσταση μεταξύ Ρήγα και 1821;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

2 Responses to ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (5ο μέρος)

  1. Παράθεμα: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (4ο μέρος) | Το καραβάκι της ιστορίας

  2. Παράθεμα: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1819 ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 (6ο μέρος) | Το καραβάκι της ιστορίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.