Ύψωσις Τιμίου Σταυρού, Ιερά Συμμαχία, Φιλική Εταιρεία

Στέργιος Ζυγούρας

Η παραπληροφόρηση για τις αντιναπολεόντειες και μεταναπολεόντειες συμμαχίες είναι διεθνές φαινόμενο

Στις 26-9-1815 (14 Σεπτεμβρίου με το ορθόδοξο ημερολόγιο) υπεγράφη στο Παρίσι η Συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας από τον ορθόδοξο αυτοκράτορα της Ρωσίας και δυο ρωμαιοκαθολικούς μονάρχες. Τον αυτοκράτορα της Αυστρίας και τον βασιλιά της Πρωσίας. Τα επόμενα χρόνια προσχώρησαν σ’ αυτήν όλα σχεδόν τα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης. Η εποχή του Ναπολέοντα τελείωσε οριστικά. Όχι όμως και το κλίμα που επέβαλε η Γαλλική Επανάσταση.

Η Ιερά Συμμαχία αναφέρεται πολύ συχνά στην ιστορία, ωστόσο, τα στοιχεία της δεν ξεκαθαρίζονται. Η Συνθήκη γίνεται στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Τα κράτη που την υπογράφουν γίνονται σύμμαχοι στο όνομα του τριαδικού Θεού. Η Συνθήκη προφυλάσσει την ελέω Θεού μοναρχία και αντιτίθεται στο κοσμικό κράτος που διέδωσε ο Ναπολέων. Λογικά θα έπρεπε να την είχε υπογράψει και η μεταναπολεόντεια Γαλλία, όμως αυτό έγινε μόλις το 1818. Παρότι η «Αγία Συμμαχία» αποδίδεται στον Μέττερνιχ, αυτός που την επεδίωξε ήταν ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ της Ρωσίας. Ο Μέττερνιχ αρχικά αντέδρασε, στη συνέχεια δέχθηκε την συμβουλή της Βρετανίας να μην σταθεί η Αυστρία εμπόδιο στην βούληση που εξέφρασε ο τσάρος από το συνέδριο της Βιέννης. Το ενδιαφέρον είναι ότι η Βρετανία είχε αποφύγει να υπογράψει την Συνθήκη, επικαλούμενη Συνταγματικό κώλυμα. Ποιο ήταν λοιπόν το νόημα της Ιεράς Συμμαχίας;

La fete de la Raison (Η γιορτή του ορθού λόγου) 1793. Η νέα θεά της Λογικής ποδοπατεί τον εσταυρωμένο. Το νόημα της Γαλλικής Επανάστασης αποτυπωμένο από τον Charles Louis Muller.

Δεν ήταν άλλο, από την διακήρυξη της χριστιανικής ενότητας της Ευρώπης που είχε υποστεί τριγμούς από την αντιχριστιανική κατεύθυνση της Γαλλικής Επανάστασης. Της Επανάστασης που έγινε αιτία να σταματήσει η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτός που ανησύχησε από την υπογραφή της ήταν ο Σουλτάνος, ο οποίος, αν και θα μπορούσε να παρευρίσκεται στην Βιέννη, είχε επιλέξει να απέχει. Κατά ποια έννοια όμως θα μπορούσε η Οθωμανική αυτοκρατορία να εμπλέκεται στις ευρωπαϊκές υποθέσεις; Από δεκαετίες υπήρχε σχέδιο χριστιανικής συμμαχίας και εκδίωξης των μουσουλμάνων από την Ευρώπη. Όμως η υπόθεση αυτή δεν ήταν εύκολη, επειδή όλοι όσοι δήλωναν χριστιανοί δεν είχαν κοινά συμφέροντα και επιδιώξεις. Το κλειδί της κατανόησης είναι η Ελληνική Επανάσταση, η οποία, αν και οργανώνεται εντός της Ρωσίας, λέγεται ότι γίνεται κατά μίμηση της Γαλλικής, κατατρέχεται από την Ιερά Συμμαχία, αλλά αναγνωρίζεται από μέλη της. Τα πράγματα είναι διαφορετικά και περισσότερο πολύπλοκα.

Τον Σεπτέμβριο του 1814 ξεκινά στην Βιέννη το μεγάλο ευρωπαϊκό Συνέδριο. Ο Ναπολέων έχει ηττηθεί πρώτα στην Ρωσία από τον «σύμμαχό» του και ο τσάρος Αλέξανδρος είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της αντιναπολεόντειας ευρωπαϊκής συμμαχίας. Η Ελληνική Επανάσταση που είχε υποστεί καθίζηση από τον Νπολέοντα (1807-1813), αναθερμαίνεται. Στην Βιέννη έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι πολιτικο-οικονομικοί παράγοντες του ελληνισμού και το κλίμα είναι πανηγυρικό. Αντίθετος είναι ο συνασπισμός δυνάμεων εντός του Συνεδρίου. Εναντίον του τσάρου κινείται -πλην του Castlereagh και του Metternich- και o Talleyrand. Η πτώση του Ναπολέοντα σε τίποτα δεν αλλάζει την πολιτική της Γαλλίας στο θέμα της εκδίωξης των Οθωμανών από τον ευρωπαϊκό χώρο. Ένα κράτος ορθοδόξων με κέντρο την Κωνσταντινούπολη είναι ανεπιθύμητο από ορισμένους χριστιανούς της Δύσης. [Το κράτος αυτό προωθούσε από δεκαετίες η Ρωσία, ενίοτε με την συμβολή της Αυστρίας, αλλά και με φιλικές δυνάμεις που υπήρχαν στο γαλλικό παρασκήνιο.] Έτσι ο υπάρχων επαναστατικός φορέας των Ελλήνων μετατρέπεται σε εθνικό, ενώ ο τσάρος προωθεί την «Αγία Συμμαχία». Όμως την άνοιξη του 1815 η Ευρώπη βρίσκεται πάλι σε αναβρασμό, αφού ο Ναπολέων ανακτά την εξουσία. Τον Ιούνιο του 1815 ο Ναπολέων συντρίβεται για δεύτερη φορά στο Βατερλώ του σημερινού Βελγίου. Ο τσάρος είναι ο μεγάλος απών από την αγγλο-γερμανική νίκη. Το ευρωπαϊκό του κύρος και η διαπραγματευτική του ισχύς μειώνονται. Οι τελικές υπογραφές των συμμάχων θα μπουν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο στο Παρίσι. Πρώτα υπογράφεται η Ιερά Συμμαχία (Ρωσία-Αυστρία-Πρωσία) και στη συνέχεια η Τετραπλή Συμμαχία (Βρετανία-Ρωσία-Αυστρία-Πρωσία).

Γερμανικό αναμνηστικό μετάλλιο της Συμμαχίας των νικητών στο Βατερλώ. Το σύμβολο της κουκουβάγιας θα εμφανιστεί στην Ελληνική Επανάσταση ως ο αντίπαλος της ρωσικής παράταξης (Ιεράς Συμμαχίας). Ο Ναπολέων εμπόδισε μια ρωσοκινούμενη Ελληνική Επανάσταση. Συνεπώς, ποιοι και γιατί πολέμησαν -τελικά- στο Βατερλώ;

Γιατί υπογράφηκαν δυο Συνθήκες από την μεταναπολεόντεια Ευρώπη; Πόσο τυχαία ήταν η υπογραφή της Ιεράς Συμμαχίας την ημέρα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού (για τους ορθόδοξους); Πότε διαλύθηκε η Ιερά Συμμαχία; Ποιες δυνάμεις, τελικά, πολέμησαν στο Βατερλώ;

Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντώνται εύκολα και άμεσα. Σοβαρές όμως είναι οι ενδείξεις πως το όλο θέμα σχετίζεται αποκλειστικά με την Επανάσταση των Ορθοδόξων (Ελλήνων) που στο δρόμο μετατράπηκε σε Επανάσταση των Γραικών (ελληνόφωνων), δηλαδή των εθνικώς ορθοδόξων. Η Φιλική Εταιρεία γιόρταζε την ημέρα του Σταυρού και η Συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας δημοσιεύτηκε στην Ρωσία την ίδια μέρα και τοιχοκολλήθηκε σε όλες τις Εκκλησίες. Την 24-2-1821 ο αρχηγός της Επανάστασης Αλέξανδρος Υψηλάντης υπέγραφε την προκήρυξη που έλεγε μεταξύ άλλων:

Ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα Νησιά του Αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα επίασε τα όπλα, δια να αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν των Βαρβάρων και ενατενίζουσα εις το μόνον νικητήριον όπλον των Ορθοδόξων, τον τίμιον, λέγω, και ζωοποιόν Σταυρόν, κράζει μεγαλοφώνως υπό την προστασίαν μεγάλης και κραταιάς δυνάμεως, Εν τούτω τω σημείω νικώμεν! Ζήτω η Ελευθερία

Η προσπάθεια να συνδεθεί εκ των υστέρων η Επανάσταση με τον Κοραή, μείωσε, εξαφάνισε ή τροποποίησε σημεία της Φιλικής Εταιρείας. Όμως η προβληματική ιστορία δεν πήγαζε μόνον από την νεωτερικότητα. Ένα από τα πιο παράδοξα στοιχεία της παραδοσιακής ιστορίας ήταν η υιοθέτηση της άποψης πως η Επανάσταση υπήρξε αντίθετη από τις επιδιώξεις της Ιεράς Συμμαχίας. Γι αυτό τον λόγο αλλά και για να δικαιολογηθεί στοιχειωδώς η Φιλική Εταιρεία, η Συμμαχία αποδίδεται στον Μέτερνιχ αντί του τσάρου Αλέξανδρου. Στην περίπτωση αυτή η ύψωση του Σταυρού το 335 (τότε δεν υπήρχαν Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί) είναι άσχετη με την Επανάσταση του 1821. Είναι;

Σχετικά άρθρα:

 

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

One Response to Ύψωσις Τιμίου Σταυρού, Ιερά Συμμαχία, Φιλική Εταιρεία

  1. Οι εξαιρετικά εύστοχες επισημάνσεις του συγγραφέας εισάγουν σε μια πολιτικο-ιδεολογική διάσταση που εξέφρασε η ρωσική εξωτερική πολιτική στις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα. Οι συμβολισμοί, που αναδεικνύει το κείμενο, είναι αξιοσημείωτοι και μια πιο διεξοδική διερεύνηση των αντιλήψεων, επιδιώξεων, μεθοδεύσεων, στρατηγικής και πρωτίστως πράξεων – συμβολικών, διπλωματικών και πολεμικών – που εμπεριέχονται στο περίφημο «Ελληνικό Σχέδιο» της Μ. Αικατερίνης θα μπορούσαν να διαφωτίσουν πλήρως την τσαρική αυτοκρατορική πολιτική της προς τον νότο επέκτασης.
    Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι η μακρόχρονη διακυβέρνηση της Τσαρίνας εμπέδωσε μια βαθιά παράδοση στην ρωσική εξωτερική πολιτική, που διαπότισε την ρωσική ελίτ και ιδιαίτερα τον ρωσικό στρατό. Παράλληλα, η συστηματική ρωσική καλλιέργεια, προετοιμασία και υποστήριξη των ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών και των ηγεσιών του, ειδικά μάλιστα η απήχηση αυτής της πολιτικής μέσα στην ίδια την Πόλη – στο Φανάρι και στο Πατριαρχείο, δημιούργησε σ’ άλλους περισσότερο και σ’ άλλους λιγότερο την προσδοκία ότι τον Σουλτάνο είναι δυνατόν να αντικαταστήσει ένας χριστιανός – δηλαδή, ρώσος ορθόδοξος – Αυτοκράτορας. Στην θέση αυτή, η Τσαρίνα δεν έκρυβε ότι προετοίμαζε να τοποθετήσει τον δεύτερο εγγονό της, στον οποίο – για αυτόν τον σκοπό – έδωσε το όνομα «Κωνσταντίνος», προκειμένου να προβάλει μια συμβολική δυναστική «διαδοχή» με σαφή βυζαντινή αναφορά τόσο στον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο, ιδρυτή της Πόλης, όσο και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο ορθόδοξο αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος βέβαια, όπως γνωρίζουμε, δεν εκπλήρωσε ποτέ αυτήν την αποστολή, καθώς έμελλε να αναλάβει, στο όνομα του αδελφού του Τσάρου Αλέξανδρου Α’, την διακυβέρνηση των προς δυσμάς ρωσικών κτήσεων και έτσι αυτός έζησε και πέθανε ως Μέγας Δούκας της ρωσικής Πολωνίας.
    Και πράγματι η πολιτική πορεία του Μ. Δούκα Κωνσταντίνου, εκφράζει ίσως παραστατικά την τομή στις ρωσικές επιδιώξεις που χάραξε ο Αλέξανδρος Α’ σε σχέση με την γενική κατεύθυνση που αυτές είχαν στα χρόνια της ρωσικής διακυβέρνησης της γιαγιάς του, της Μ. Αικατερίνης. Μ’ έναν συνδυασμό προσωπικών επιλογών και ιστορικών περιστάσεων, ο Αλέξανδρος Α’ ήταν προσηλωμένος σταθερά προς δυσμάς, με τον οθωμανικό νότο να βρίσκεται πάντα σε δεύτερη προτεραιότητα αν όχι αγκιστρωμένος σε μια αναβλητικότητα και αναμονή, προς θλίψη του οράματος του Ιωάννη Καποδίστρια. Προφανώς και η προς νότο ρωσική επέκταση ή επιρροή, με τον έναν ή άλλο τρόπο, υπήρξε ένα βασικό μέλημα του Αλέξανδρου Α’ – άλλωστε διεξήγαγε έναν πολύχρονο ρωσο-οθωμανικό πόλεμο που κατέληξε στην Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812) τις παραμονές της εισβολής του Μ. Ναπολέοντα στην ίδια την Ρωσία. Σ’ αντίθεση με την στρατηγική προτροπή του ιδιοφυούς στρατηγού Μιχαήλ Κουτούζοφ να σταματήσει η ρωσική επέλαση στα σύνορα της ρωσικής επικράτειας, ο Αλέξανδρος Α’, βασισμένος στον τεράστιο στρατό του (και στην αγγλική χρηματοδότηση των ρωσικών πολεμικών επιχειρήσεων) συνέχισε την αντίθετη στρατηγική κατεύθυνση με σκοπό να αξιοποιήσει προς όφελος των επιδιώξεων του τις διακυμάνσεις των Ναπολεόντειων πολέμων. Πράγματι χωρίς την εξέταση της τότε μετα-Ναπολεόντειας ευρωπαϊκής κατάστασης είναι δυσχερής η κατανόηση του διεθνούς πλαισίου μέσα στο οποίο προετοιμάστηκε η ελληνική εξέγερση του 1821 και η σχέση της με τις ρωσικές επιδιώξεις.
    Οι διεθνείς συσχετισμοί μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων, που αποτυπώθηκαν και στις εργασίες του Συνεδρίου της Βιέννης (1815), ήταν μια τομή όχι μόνο στην προοπτική του ελληνικού ζητήματος αλλά και στην εξωτερική πολιτική του Τσάρου Αλέξανδρου Α’. Εκεί στην Βιέννη ο τροπαιούχος Αλέξανδρος Α’ επιχείρησε να επιβάλει μια «ρωσική ειρήνη» στην γηραιά ήπειρο, ωστόσο η ρωσική «νέα τάξη» πραγμάτων έμελλε να ηττηθεί από την αγγλική διπλωματία και να αναδειχθεί το πλαίσιο συμβιβασμών του Συνεδρίου της Βιέννης (1815) με την αναγκαστική μορφή της λεγόμενης «Συνεννόησης Δυνάμεων». Επρόκειτο για μια κορυφαία αλλαγή των προτεραιοτήτων της ρωσικής εξωτερικής, η οποία για πρώτη φορά (χάρη στους Ναπολεόντειους πολέμους) βρέθηκε να παίζει έναν προς δυσμάς ρυθμιστικό «ευρωπαϊκό ρόλο», τον οποίο ο Αλέξανδρος θέλησε (ανεπιτυχώς) να κατοχυρώσει στο Συνέδριο της Βιέννης. Ο δραστήριος και «εξ απορρήτων» του Τσάρου στο Συνέδριο, Ιωάννης Καποδίστριας αντιλαμβανόταν πλήρως τις επιδιώξεις του Αλέξανδρου Α’. Ότι, δηλαδή, η διατήρηση του ευρωπαϊκού status quo εμμέσως αλλά στην ουσία προϋπόθετε ΚΑΙ την de facto ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας-τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό μέρος της και στα Στενά, θέση που ο Αλέξανδρος Α’, είχε σιωπηρά αλλά κατηγορηματικά αποδεχθεί προκειμένου στην Βιέννη να αποδώσει αποτελέσματα η Συνεννόηση Δυνάμεων, χωρίς η Ρωσία να βρεθεί στην δυσμενή διαπραγματευτική θέση να κάνει παραχωρήσεις σε θέματα όπως το Πολωνικό ή να αποδεχθεί de jure την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κομβική αυτή ρωσική τοποθέτηση θα αποτελούσε πλέον και την γενική κατεύθυνση της μεταπολεμικής πολιτικής του Αλέξανδρου Α.
    Ο Τσάρος είδε την Συνθήκη της Βιέννης (1815) ως έναν αναγκαίο διπλωματικό συμβιβασμό, που όμως υπηρετούσε την κεντρική επιδίωξη του να αναδείξει την Ρωσία ως ρυθμιστικό παράγοντα των ευρωπαϊκών υποθέσεων. Η Τετραπλή (κατόπιν Πενταπλή) Συμμαχία των νικητών του Μ. Ναπολέοντα, επίτευγμα της λαμπρής αγγλικής διπλωματίας, κατέστησε την ρωσικής εμπνεύσεως και πρωτοβουλίας «Ιερή Συμμαχία» την έσχατη γραμμή άμυνας των ρωσικών ευρωπαϊκών συμφερόντων απέναντι σε Αγγλία-Αυστρία και ένα χριστιανικό, ιδεολογικά και πολιτικά, «προγεφύρωμα» προς μελλοντική αξιοποίηση. Μια απόπειρα να υπερβεί τους περιορισμούς στην ρωσική διπλωματία που επιβλήθηκαν από την «ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων» της Τετραπλής Συμμαχίας, μια «τάξη» που βασίστηκε σε δύο «θέσφατα» ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής: την de jure ανάδειξη των Κεντρικών Δυνάμεων (Αυστρίας, Πρωσίας και λοιπών γερμανικών κρατιδίων) στην Δύση και στην Ανατολή την de facto αναγνώριση της ακεραιότητας της φθίνουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
    Οι εξαιρετικές δυσκολίες που συνάντησε η ρωσική διπλωματία στις διαπραγματεύσεις της Βιέννης, και ιδιαίτερα οι τελικές διευθετήσεις, οδήγησαν τον Αλέξανδρο Α’ να επιχειρήσει την σύναψη μιας παράλληλης Συνθήκης, που θα διαμόρφωνε έναν περισσότερο ευνοϊκό διπλωματικό πλαίσιο για την προώθηση ενός ευρωπαϊκού ρωσικού ρόλου. Την ευκαιρία παρείχε η επιδίωξη του Κάστλρεη για μια συμπληρωματική Συνθήκη, που θα απέτρεπε εσωτερικές γαλλικές εξελίξεις να απειλήσουν εκ νέου την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όπως συνέβη με τις επιπτώσεις της απόδρασης του Ναπολέοντα από το νησί Έλβα. Ο Αλέξανδρος Α’ κατέφυγε σ’ έναν διπλωματικό ελιγμό, ενώ επιχειρούσε ήδη να εισάγει την «αρχή της νομιμότητας» στο σχέδιο ανανέωσης Συνθήκης Συμμαχίας (Τετραπλή Συμμαχία) αποτυγχάνοντας όμως, λόγω της αντίθεσης του Κάστλρεη, να γίνουν δεκτές εκτεταμένες διεθνείς δεσμεύσεις στην Συνθήκη Συμμαχίας της 20ης Νοεμβρίου 1815.
    O Κάστλρεη αποκάλεσε την «Ιερά Συμμαχία» «ένα χαρτί υπέρτατου μυστικισμού και ανοησίας» και ο Μέττερνιχ «ένα ηχηρό τίποτε». Πέντε χρόνια αργότερα, το 1820, οι περιστάσεις θα αναγκάσουν τον πρώτο σε διπλωματική αναδίπλωση και τον δεύτερο να προσφύγει, προσχηματικά έστω, σε διπλωματική σύμπλευση με τον Τσάρο αποδεχόμενος στο Πρωτόκολλο του Τροππάου τις αρχές της νομιμότητας και της «μοναρχικής αλληλεγγύης» της «Ιεράς Συμμαχίας». Στα 1821, και ο ίδιος ο Κάστλρεη, αντιμέτωπος με την Ελληνική Επανάσταση, θα αναγκαστεί, παρελκυστικά βέβαια, σε επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Α’ να επικαλεστεί αυτές τις αρχές που ο ίδιος είχε καταδικάσει. Οι χειρισμοί Μέττερνιχ και Κάστλρεη στις αναφυόμενες περιστάσεις αστάθειας της ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων ήταν απόλυτα συνεπείς τόσο στις επιμέρους πολιτικές επιδιώξεις του καθενός, όσο και στην συναντίληψη τους για τις μετα-Ναπολεόντειες ευρωπαϊκές σχέσεις.
    Αντίθετα, στην προσέγγιση του Αλέξανδρου Α’ για ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων αναδεικνύονταν δύο αλληλένδετες όψεις: η διπλωματική επιδίωξη ενός ρωσικού ρυθμιστικού ρόλου στις ευρωπαϊκές υποθέσεις βασισμένης στην πραγματικότητα της τεράστιας στρατιωτικής ισχύος του και η συνεχής απόπειρα de jure θεσμοθέτησης των ad hoc διαδικασιών Διεθνούς Συνεννόησης μεταξύ των συμμάχων της Πενταμερούς, πλέον, Συμμαχίας αλλά και των εταίρων του στην «Ιερά Συμμαχία» στην βάση της «μοναρχικής αλληλεγγύης». Βέβαια, ο Αλέξανδρος Α’ προσέγγιζε την συμμαχική και ειδικότερα την «μοναρχική αλληλεγγύη» με ξεχωριστό τρόπο. Καταρχήν, ο Αλέξανδρος Α’ αναγνώριζε ότι κάθε Μ. Δύναμη είχε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, τα οποία ήταν αντικείμενο διεθνούς συνεννόησης και «μοναρχικής αλληλεγγύης» αλλά στην βάση της αμοιβαιότητας αναφορικά με ανάλογα ρωσικά ενδιαφέροντα. Δεύτερον, ο Τσάρος αντιλαμβανόταν ότι η καθεστωτική βάση της «μοναρχικής αλληλεγγύης» εστιαζόταν σε δυο διαστάσεις, ήτοι στην «αρχή της νομιμότητας» που εξέφραζε ο Μονάρχης και στους εδαφικούς διακανονισμούς της μετα-Ναπολεόντειας Ευρώπης.
    Η πρώτη διάσταση αφορούσε την απάντηση της «μοναρχικής αλληλεγγύης» στην πρόκληση των συνταγματικών και εθνικών κινημάτων της Δυτικής Ευρώπης, όπου οι αντιδράσεις των Μ. Δυνάμεων στην εκάστοτε περίπτωση ακολουθούν η κάθε μία τις δικές της επιδιώξεις με όριο την διατήρηση της «ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων» της Βιέννης, που αποτελούσε την βάση της ad hoc Συνεννόησης Δυνάμεων. Η δεύτερη διάσταση άγγιζε δύο ρωσικού ενδιαφέροντος ζητήματα που παρέμειναν στην διακριτική μεταχείριση της Ρωσίας και πρακτικά αφορούσαν, αφενός το κατά πόσο η «μοναρχική αλληλεγγύη» περιλάμβανε και τον Σουλτάνο, και αφετέρου το κατά πόσο το ευρωπαϊκό status quo περιλάμβανε την οθωμανική επικράτεια.
    Στα 1816 ο Αλέξανδρος Α’, χαράζοντας την ανατολική πολιτική του, αν και θεωρούσε ότι η διατήρηση του ευρωπαϊκού status quo εμμέσως αλλά στην ουσία προϋπόθετε την de facto ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας-τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό μέρος της και στα Στενά, οι εκκρεμότητες της Συνθήκης του Βουκουρεστίου και η ρωσική πολιτική της de jure «προστασίας των ομόδοξων χριστιανών» αποτελούσαν παράγοντα αστάθειας των ευρωπαϊκών ισορροπιών. Παράλληλα, αν και η συμμετοχή του Σουλτάνου με ρωσική απαίτηση είχε εξαιρεθεί από το Συνέδριο της Βιέννης, καθώς η Ρωσία επιδίωκε σταθερά οι ρωσο-οθωμανικές σχέσεις να παραμείνουν αυστηρά διμερή υπόθεση, ο Τσάρος, στο πλαίσιο πάντα των διμερών σχέσεων με την Πύλη, παραχώρησε – υπό προϋποθέσεις φυσικά – την «αρχή της νομιμότητας» και της «μοναρχικής αλληλεγγύης» σ’ ότι αφορά τον Σουλτάνο, αλλά αντίθετα σ’ ότι αφορά τον ίδιον αντιμετώπιζε αυτές τις «αρχές» στο πλαίσιο της αμοιβαιότητας των συμβατικών ή μη υποχρεώσεων των λοιπών Μ. Δυνάμεων μόνο απέναντι του και όχι αυτών και έναντι του Σουλτάνου.
    Η Εταιρεία των Φιλικών και ο Καποδίστριας βρέθηκαν στην δίνη των περιπλοκών και αντιφάσεων της ρωσικής πολιτικής του Αλέξανδρου Α’, αναζητώντας μια βιώσιμη στρατηγική αποτίναξης της οθωμανικής κυριαρχίας σε συνδυασμό με την όποια αξιοποίηση των ρωσικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Από την άποψη αυτή αλλά και, ειδικότερα, από την σκοπιά ιδεολογικών ζυμώσεων, ο συγγραφέας ορθά επισημαίνει ότι η αναφορά των Φιλικών στην «Ύψωση του Τίμιου Σταυρού» σε συνδυασμό και με άλλες ενδείξεις ή συνθήκες μπορεί σχετίζεται «αποκλειστικά με την Επανάσταση των Ορθοδόξων (Ελλήνων) που στο δρόμο μετατράπηκε σε Επανάσταση των Γραικών (ελληνόφωνων), δηλαδή των εθνικώς ορθοδόξων». Το γεγονός ότι το επαναστατικό εγχείρημα του Αλ. Υψηλάντη (με ή χωρίς την τυπική ή άτυπη έγκριση του Αλέξανδρου και με ή χωρίς την ενθάρρυνση/συμφωνία του Καποδίστρια) είχε αποφασιστική στόχευση μια καθολική εξέγερση των Ορθοδόξων για να καταλήξει (κυρίως λόγω ρωσικής αδράνειας) σε μια ελλαδική εξέγερση, που κατάφερε να επικρατήσει στρατιωτικά και να καταστήσει το «ελληνικό ζήτημα» ένα διεθνές πρόβλημα «ειρήνης ή πολέμου» μεταξύ των Μ. Δυνάμεων, δεν αναιρεί ότι πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επιλογής «με τις Δικές μας Δυνάμεις» – επιλογή που εξέφρασε ο Καποδίστριας και οι Φιλικοί, υλοποίησε ο Αλ. Υψηλάντης, ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης και οι λοιποί επαναστάτες στον κυρίως ελλαδικό χώρο.
    Όπως ακριβώς είχε προβλέψει με την έναρξη του 1821 σε επιστολή του προς τον Ιγνάτιο, ο ίδιος Καποδίστριας, όντας ακόμη υπουργός εξωτερικών του Τσάρου, η Ρωσία θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να προσαρμοστεί στην νέα κατάσταση που δημιούργησε το 1821. Έτσι, αργότερα, στα 1826 πλέον, ο Αλέξανδρος Α’ απογοητευμένος θα διαπιστώσει ότι όποια «αλληλεγγύη» παραχωρούσε εκ των προτέρων στους εταίρους του κυρίως της «Ιεράς Συμμαχίας, αυτή δεν του εξασφάλιζε την μετέπειτα «αμοιβαιότητα» υποχρεώσεων που επιζητούσε από τους συμμάχους του στις ρωσο-οθωμανικές σχέσεις: «Η τουρκική ισχύ», ανέφερε πικραμένος ο Αλέξανδρος Α’ στον Νεσσελρόντε, «θρυμματίζεται, το μαρτύριο είναι περισσότερο ή λιγότερο μεγάλο αλλά είναι καταδικασμένη σε θάνατο. Είμαι ακόμη εδώ, οπλισμένος με όλη την ισχύ μου, αλλά πιστός στις γνωστές αρχές μου της μετριοπάθειας και ανιδιοτέλειας. Πώς αυτό δεν θα με ωφελήσει, με την αποστροφή μου από οποιοδήποτε σχέδιο κατάκτησης, για να φτάσω σε μια λύση ενός ζητήματος που διαρκώς διαταράσσει την Ευρώπη; Όσο ακολουθώ αυτές [τις αρχές], αυτοί [οι Σύμμαχοι] επιχειρούν να έχουν οφέλη από αυτό. Δεν μπορώ να παραμείνω σ’ αυτήν την θέση για περισσότερο χρόνο. Οι υποθέσεις καθημερινά γίνονται περισσότερο πολύπλοκες. Πιέζομαι, όλο το περιβάλλον μου με παρακινεί. Ο λαός απαιτεί πόλεμο, στρατιές μου είναι πλήρεις ενθουσιασμού να τον πραγματοποιήσουν, δεν είναι δυνατόν να αντισταθώ περισσότερο. Οι σύμμαχοι μου με έχουν εγκαταλείψει. Ο καθένας μηχανογραφεί στην Ελλάδα. Μόνο εγώ παρέμεινα αγνός. Έχω πιέσει την κατάσταση τόσο πολύ, ώστε δεν έχω ούτε καν ένα άθλιο όργανο στην Ελλάδα, ούτε έστω έναν πράκτορα πληροφοριών, και είμαι υποχρεωμένος να αρκούμαι με τα υπολείμματα που πέφτουν από το τραπέζι των συμμάχων μου». Λίγους μήνες πριν τον θάνατο του, ο Αλέξανδρος Α’ ήταν πλήρως έτοιμος για την αναθεώρηση της ανατολικής πολιτικής του 1816, καθώς όχι μόνο αυτή αλλά, επίσης, και η προώθηση ενός ρωσικού «ρυθμιστικού ρόλου» στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, ως γενική επιδίωξη της εξωτερικής πολιτικής του, είχαν οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο. Μια εξέλιξη που θα δικαίωνε εκ των υστέρων τους αρχικούς προβληματισμούς του Καποδίστρια ως Υπουργού Εξωτερικών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s