Άντελμαν: Η συνθήκη των Βερσαλλιών (1919). Η εύθραυστη ειρήνη που οδήγησε στην άνοδο του Χίτλερ

γράφει ο Νίκος Νικολούδης, διδάκτωρ Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου

Στον κόσμο της διπλωματίας αποτελεί κοινό μυστικό ότι η διάρκεια της ζωής ακόμη και της καλύτερης συνθήκης δύσκολα μπορεί να υπερβεί τα εκατό χρόνια. Φέτος συμπληρώνονται ακριβώς εκατό χρόνια από τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (11 Νοεμβρίου 1918), του «Μεγάλου Πολέμου» που υποτίθεται ότι θα έδινε οριστικές λύσεις στα σημαντικότερα παγκόσμια προβλήματα. Τις λύσεις αυτές προσπάθησαν να καθορίσουν οι ηγέτες των χωρών της Αντάντ στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων με μια σειρά διευθετήσεων που καταγράφηκαν σε επιμέρους συνθήκες με τις τέσσερεις ηττημένες δυνάμεις: την αυτοκρατορική Γερμανία (Συνθήκη των Βερσαλλιών, στις 28 Ιουνίου 1919), την Αυστροουγγαρία (Συνθήκες του Σαιν Ζερμαίν, με την Αυστρία – στις 20 Σεπτεμβρίου 1919, και του Τριανόν, με την Ουγγαρία – στις 4 Ιουνίου 1920), τη Βουλγαρία (Συνθήκη του Νεϊγύ, στις 27 Νοεμβρίου 1919) και την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Συνθήκη των Σεβρών, στις 10 Αυγούστου 1930).

Όπως είναι γνωστό, δύο από αυτές τις συνθήκες, των Σεβρών και των Βερσαλλιών, αναθεωρήθηκαν στην πράξη σε διάστημα μόλις λίγων ετών. Το 1923 η Συνθήκη της Λωζάννης ακύρωσε τις περισσότερες προβλέψεις της συνθήκης των Σεβρών, ενώ η κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ στη Γερμανία είχε ως αποτέλεσμα την ντε φάκτο αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών ήδη από το 1936 (με την είσοδο του Γερμανικού Στρατού στην αποστρατικοποιημένη Ρηνανία), κυρίως όμως με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία και την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι άλλες τρεις συνθήκες αποδείχθηκαν μακροβιότερες (παρότι καταπατήθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), καθώς ουσιαστικά διευθετούσαν θέματα εδαφικών διεκδικήσεων και συνοριακών διαφορών (με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων) μεταξύ πιο αδύναμων ευρωπαϊκών εθνών με μικρότερο ειδικό βάρος στις διεθνείς υποθέσεις. Παρά ταύτα, μια χαρακτηριστική εξαίρεση αποτελεί η διάσπαση κατά τη δεκαετία του 1990 της Γιουγκοσλαβίας, ενός κράτους που είχε γεννηθεί μέσα από τα συντρίμμια της Αυστροουγγαρίας.

Το βιβλίο του Ντέηβιντ Άντελμαν, γνωστού Αμερικανού δημοσιογράφου με μακρά σταδιοδρομία ανταποκριτή μεγάλων εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών, δεν αναφέρεται αποκλειστικά στη Συνθήκη των Βερσαλλιών, όπως αφήνει να εννοηθεί ο ελληνικός του τίτλος. Στην πραγματικότητα αφορά τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις του Συνεδρίου Ειρήνης στο Παρίσι, στη διάρκεια του 1919, δίνοντας έμφαση σε διεθνή προβλήματα που προέκυψαν από ατελείς διευθετήσεις και στον αντίκτυπό τους στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Βάση της διαπραγμάτευσης του θέματος αποτέλεσε μια παλαιότερη πτυχιακή εργασία του συγγραφέα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, η οποία εμπλουτίστηκε με τα πορίσματα της πολύχρονης δημοσιογραφικής του εμπειρίας. Υπ’ αυτή την έννοια, η έμφαση δίνεται σε ζητήματα που επηρέασαν (και εξακολουθούν να επηρεάζουν) την εξωτερική πολιτική κυρίως των ΗΠΑ, όπως εύγλωττα αποκαλύπτει ο πρωτότυπος αγγλικός τίτλος του έργου (“A Shattered Peace: Versaiiles 1919 and the Price We Pay Today”).

David A. Andelman

Ο συγγραφέας περιγράφει αρχικά πώς συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι οι κυριότερες διπλωματικές αντιπροσωπείες. Στη συνέχεια παρουσιάζει την εξέλιξη του ζητήματος της αραβικής αυτοδιάθεσης, του πιο σοβαρού από τα θέματα που απασχόλησαν το Συνέδριο, η εν πολλοίς στρεβλή αντιμετώπιση του οποίου εξακολουθεί να ταλανίζει την ανθρωπότητα μέχρι σήμερα. Περιγράφεται παραστατικά η δράση στο Συνέδριο όχι μόνο των σημαντικών πολιτικών και διπλωματών αλλά και άλλων, εξίσου γνωστών προσώπων με παρασκηνιακή παρουσία, όπως ο Λώρενς της Αραβίας, ο Κιμ Φίλμπυ, η Γερτρούδη Μπελ ή ακόμη και ο τότε άσημος Άλλεν Ντάλλες, ο μετέπειτα διάσημος επικεφαλής της CIA. Παράλληλα με το θέμα της αραβικής αυτοδιάθεσης αναλύεται το ακόμη πιο δυσεπίλυτο θέμα της εβραϊκής εγκατάστασης στην Παλαιστίνη, κυρίως μέσα από τις προσπάθειες του Χαϊμ Βάιτσμαν, του κυριότερου εκπροσώπου του σιωνιστικού κινήματος. Ένα άλλο τμήμα του έργου αφορά ένα εντελώς διαφορετικό και «αναπάντεχο» θέμα, την αναζήτηση υποστήριξης για την αυτοδιάθεση του Βιετνάμ από τον νεαρό και άσημο Χο Τσι Μινχ, μετανάστη τότε στο Παρίσι, η αποτυχία του οποίου να βρει οποιονδήποτε συνήγορο τον έσπρωξε τελικά στην αγκαλιά των έως τότε πολιτικά «άφθαρτων» Ρώσων μπολσεβίκων. Αντίθετα, πιο επιτυχημένες υπήρξαν οι συναφείς προσπάθειες του Τσέχου καθηγητή Τόμας Μάζαρυκ και του διάσημου Πολωνού πιανίστα Ιγνατίου Παντερέφσκυ για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των χωρών τους, χάρη στις οποίες  κατέστησαν «πατέρες» της Τσεχοσλοβακίας και της Πολωνίας, αντίστοιχα.

Αλλού ο συγγραφέας παρουσιάζει τις πολιτικά δαιδαλώδεις απόπειρες των επίδοξων ειρηνοποιών του Παρισιού (κυρίως των Αμερικανών) να εξασφαλίσουν κάποιον δίαυλο επικοινωνίας με τους Σοβιετικούς ηγέτες προκειμένου να επιλύσουν τα πολιτικά αδιέξοδα που είχε δημιουργήσει στην Κεντρική Ευρώπη ο επαναστατικός άνεμος που είχε προκαλέσει η επιτυχία της Οκτωβριανής Επανάστασης (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το βραχύβιο κομμουνιστικό κίνημα του Μπέλα Κουν στην Ουγγαρία). Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μέσα στη βαλκανική σούπα» ο συγγραφέας εξετάζει τα προβλήματα που προέκυψαν από τον καθορισμό των μεταπολεμικών συνόρων της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, κρατών που αποκόμισαν σημαντικά εδαφικά κέρδη από τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας, αντιμετωπίζοντας όμως και σοβαρές πολιτικές προκλήσεις όπως, προκειμένου για τη Γιουγκοσλαβία, την επεκτατική διάθεση της Ιταλίας στα ανατολικά παράλια της Αδριατικής. Σε αυτό το τμήμα του έργου ο Έλληνας αναγνώστης θα ανέμενε κάποιες αναφορές και στις ελληνικές διεκδικήσεις έναντι της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάτι όμως που δεν συμβαίνει, αφού ο συγγραφέας δεν περιλαμβάνει καμία από τις τρεις αυτές χώρες στο πλαίσιο της μελέτης του. Αντίθετα, το τελευταίο τμήμα του έργου είναι αφιερωμένο στο δυσεπίλυτο πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ στην ανατολική Ασία στην προσπάθειά τους να τηρήσουν λεπτές ισορροπίες στις σχέσεις τους με την Κίνα και την Ιαπωνία (όπως, τηρουμένων των αναλογιών συμβαίνει και σήμερα).

Το τελευταίο κεφάλαιο του έργου φέρει τον εύγλωττο τίτλο, «Πού κατέληξαν όλοι αυτοί;». Σε αυτό ο συγγραφέας συνοψίζει όλες τις αντιφάσεις και της αποτυχίες των ειρηνοποιών του 1919-20, πολλές από τις οποίες έχουν αφήσει τη βαριά σκιά τους μέχρι σήμερα σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή ή η πρώην Γιουγκοσλαβία. Το θέμα του έργου θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πολλούς τρόπους, λόγω των σύνθετων πτυχών του. Ως δημοσιογράφος, ο συγγραφέας παρουσιάζει αρκετές από αυτές κάπως επιδερμικά. Από την άλλη πλευρά, το κείμενό του περιλαμβάνει πολλές προσωπικές ιστορίες, γεγονός που επιτρέπει στον αναγνώστη να προσεγγίσει τον χώρο της διεθνούς διπλωματίας κάτω από ένα πιο ανθρώπινο πρίσμα, μέσα σε ένα περιβάλλον στο οποίο αστάθμητοι παράγοντες, όπως η ανθρώπινη προσωπικότητα, συχνά παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Θέματα Ελληνικής Ιστορίας

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.