«Σκιαί ερριμμέναι στην ελλαδική προσέγγιση του φωσκολικού έργου»

Κατερίνα Δεμέτη

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Φίλοι,

Δύο, από τις τρεις προσδιοριστικές λέξεις, του υπότιτλου του βιβλίου, που παρουσιάζεται απόψε, με παρακίνησαν να δεχτώ την πρόσκληση να συμπαρουσιάσω κι εγώ (ως μύγα μες το γάλα ή μ΄ άλλα λόγια ως μία αρχαιολόγος με ειδικότητα την Ιστορία Τέχνης, ανάμεσα σε φιλολόγους), το βιβλίο της κ. Σγουρίδου, την οποία και γνώριζα μόνο τηλεφωνικά και συνδέθηκα μαζί της στο διάστημα της αγωνιώδους προσπάθειας για υπερνίκηση των εμποδίων της μανδαρινικής γραφειοκρατίας, που ταλανίζει την έκδοση ενός βιβλίου στην Ελλάδα σήμερα.

Και αυτές οι δύο λέξεις, μου γέννησαν την περιέργεια να βυθιστώ στην ανάγνωσή του, αφήνοντας κατά μέρος, τις περί εξειδικευμένης φιλολογικής μελέτης ανασφάλειες. Πρόκειται για τις λέξεις  Απεικονίσεις – Αντικατοπτρισμοί. Οι λέξεις αυτές γέννησαν και τον τίτλο της αποψινής μου προσέγγισης στο βιβλίο της κ. Σγουρίδου, το οποίο πιστεύω ότι το γνωρίσατε διεξοδικά από τους προηγούμενους έγκριτους ομιλητές.

Έτσι χαλαρωμένη από την ανάγκη να σας μιλήσω για κάτι που ήδη το γνωρίζετε και μάλιστα από τους ειδικούς, θα εστιάσω  στην δική μου οπτική ανάγνωσης, εξηγώντας σας και τον τίτλο της αποψινής μου ομιλίας.

Σπεύδω λοιπόν να σας πω ότι, ο αποψινός τίτλος είναι εμπνευσμένος από το βιβλίο του Ernst H. Gombrich: «Σκιαί Ερριμμέναι. Η απόδοση της σκιάς στη Δυτική Τέχνη», εκδ. Άγρα, 1999, που κυκλοφόρησε στην Αγγλία με την ευκαιρία της σχετικής έκθεσης στην Αίθουσα Sunley της National Gallery του Λονδίνου (2 Απριλίου – 18 Ιουνίου 1995).

Στο βιβλίο αυτό, ο Ιστορικός Τέχνης που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και διαβάζουμε έναν πίνακα ζωγραφικής, εξηγεί ότι «”ερριμμένη σκιά”, είναι η σκιά την οποία ρίχνει στο έδαφος ή αλλού το αναπαριστώμενο αντικείμενο».

 «Οι καλλιτέχνες αξιοποιούν τις «ερριμένες σκιές» (cast shadows, ombres portées) για να τραβήξουν την προσοχή στον τρόπο που αποδίδουν το φως και να τονίσουν τον όγκο των αντικειμένων. Επίσης, οι σκιές αυτές ενίοτε συμβάλλουν στη γενικότερη ατμόσφαιρα του πίνακα, ή αποκαλύπτουν την παρουσία προσώπων και αντικειμένων που δεν περιλαμβάνονται στην καθαυτό σύνθεση».

Πώς σχετίζονται λοιπόν οι «ερριμμέναι σκιαί» με το φωσκολικό έργο;

Αντλώντας την ορολογία από το βιβλίο του Gombrich, αλλά και από τις δύο λέξεις του υποτίτλου του βιβλίου της κ. Σγουρίδου που προανέφερα, σας προτείνω να παρατηρήσετε τις εναλλαγές και τις μεταβολές της ίδιας σας της σκιάς όταν περπατάτε βράδυ σε δρόμο φωτισμένον από φανοστάτες. Όταν βρισκόσαστε κοντά στο φανάρι, η σκιά σας κονταίνει και πέφτει στο πλάι, βαθμιαία ακολουθεί την κατεύθυνση προς την οποία κινείστε, γίνεται πιο στενόμακρη, ώσπου το φως του επόμενου φανοστάτη να την αντικαταστήσει με τη σκιά που πέφτει πίσω σας.

Αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «φανάρι» με το έργο του Ποιητή, τότε η πρόσληψη του φωσκολικού έργου από μελετητές που πλησιάζουν ή απομακρύνονται χρονολογικά από αυτόν (σύγχρονοι-μεταγενέστεροι), αλλά και από μελετητές που συγγενεύουν ή όχι χωρικά με αυτόν (επτανήσιοι – εκτός Ιονίου περιβάλλοντος – ελληνικής καταγωγής που διαβιούν μόνιμα στην Ιταλία), τότε αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητα του βιβλίου της κ. Σγουρίδου.

Γιατί ακριβώς μέσα από τις σελίδες του, αποκτάμε τη μέθοδο που μας βοηθά να αναγνώσουμε  τον φωσκολικό «πίνακα».

Η σχολαστική αποδελτίωση δύο αιώνων λογοτεχνικής παρουσίας που σχετίζεται με τον Ποιητή δεν αρκείται στην χρονολογική παράθεση.

Προχωρά σε ταξινόμηση:

Α) Όσα γράφτηκαν όταν ο Φώσκολο ήταν εν ζωή (τα δύο στιχουργήματα του Αντ. Μαρτελάου) και

Β) Όσα είδαν το φως μετά το θάνατό του (1827).

Η ταξινόμηση, χάρις στις πλούσιες γνώσεις της, βαθαίνει, όταν διεξοδικά αναλύει κάθε στίχο, κάθε δημιουργική πέννα.

Η επισήμανσή της ότι: α) Ουδείς εκ των δημιουργών αυτών γνώριζε προσωπικά τον Φώσκολο και συνεπώς παρατηρείται έντονη διαφοροποίηση ως προς το ύφος και το περιεχόμενο σε σχέση με τις ποιητικές καταθέσεις της προσολωμικής περιόδου, και ότι β) η συντριπτική πλειοψηφία είναι επτανήσιοι, πιάνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον καθοδηγεί στο λογοτεχνικό καλντερίμι, με φανοστάτη το φωσκολικό έργο.

Με την ίδια ευκολία που μελετά το έργο των επτανήσιων (και που τόσο γλαφυρά μας ανέπτυξε η κ. Βίτσου), μελετά και τη συνεισφορά του Δημητρίου Βικέλα, του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, του Λίνου Πολίτη, του Νικολάου Τωμαδάκη, της Μαργαρίτας Δαλμάτη, του Μιλτιάδη Μαλακάση, του Όμηρου Μπεκέ, του Κωστή Παλαμά, του Γεωργίου Αθάνα και του Στυλιανού Αλεξίου.

Η βαθιά της γνώση στην κατανόηση της εκφραστικής πολλαπλότητας που επικρατεί σε κάθε λογοτεχνική εποχή, διευκολύνει τον αναγνώστη να αποκτήσει συνολική εικόνα της λογοτεχνικής παραγωγής που αφορμή της στάθηκε το φωσκολικό έργο.

Έχει μάλιστα την ευαισθησία να διακρίνει ότι δεν είναι μόνο η εργογραφία του Ποιητή, αλλά και η αποτύπωση της δραματικής προσωπικότητάς του, η μαχητικότητα, ο επαναστατικός του χαρακτήρας, που ενδόμυχα, επιτρέψτε μου αυθαιρετώντας να διατυπώσω, την ζηλεύουν οι πνευματικοί άνθρωποι, που κλεισμένοι μέσα στην ασφάλεια του γραφείου τους, «συγγράφουν» για τα δεινά του πλανήτη.

Ο ελληνοϊταλός όμως Φώσκολος, από τη νεανική του κιόλας ηλικία στη Ζάκυνθο, δεν δίστασε να υψώσει το ανάστημά του και να φορέσει πολεμική στολή για να πολεμήσει για κείνο που θεωρεί άδικο.

Γι’ αυτό το έργο του, που αποτελεί μία μόνο από τις εκφάνσεις της έντονης προσωπικότητάς του, αποκτά όγκο, τέτοιον που στην λογοτεχνική οδό, βρίσκει τόσους πολλούς θαυμαστές, οι οποίοι συνομιλούν διακειμενικά μαζί του.

Το γεγονός αυτό εντοπίζει και η κ. Σγουρίδου στο βιβλίο της γράφοντας χαρακτηριστικά: «δύο αιώνες περίπου από την εκδημία του Φώσκολο, σήμερα εντοπίζονται στο χώρο της Ζακύνθου δημιουργοί που δεν τον αντιμετωπίζουν απλώς ως ένα στοιχείο της παράδοσης, αλλά ως λειτουργική παρουσία, ως αναπόσπαστο  τμήμα της ζωής τους, δρουν και παράγουν αξιοποιώντας με ανανεωτικό τρόπο την κληρονομιά του…». «Αλλά ακόμη και κάποιοι δημιουργοί, που εντάσσονται στο διαφοροποιημένο από την επτανησιακή παράδοση, αθηναϊκό περιβάλλον εκτίμησαν την προσφορά του στο χώρο της λογοτεχνίας ακόμη και κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αι. (Αθάνας 1978)».

Αξίζει δε να σημειώσουμε και την επιφύλαξή της, διότι όπως λέει χαρακτηριστικά,  «ουδείς γνωρίζει τι μπορεί να δημιουργείται την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές!!!»

Αυτές οι «ερριμμένες σκιές», Κυρίες και Κύριοι, είναι που ζωντανεύουν ακόμα περισσότερο την αξία του φωσκολικού έργου και εξάρουν το ρεαλιστικό και δραματικό στοιχείο του.

Το βιβλίο της κ. Σγουρίδου μας ξεναγεί με μοναδικό τρόπο στις διαβαθμίσεις φωτός και σκιάς στην επιφάνειά του, επιτρέπει να αντιληφθούμε την ποιότητα του περιεχομένου του, τις ανακλάσεις που δείχνουν την υφή του και την επίδρασή του στα διάφορα μήκη κύματος του φιλολογικού φάσματος που καθορίζει το περιεχόμενό του.

Την ευχαριστούμε γι’ αυτό και της ευχόμαστε καλοτάξιδο.

Σας ευχαριστώ!

H βιβλιοκριτική παρουσιάστηκε στο Πνευματικό Κέντρο Ζακύνθου, Κυριακή 2-7-2017.

Από το inlook στο outlook

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s