Στάθης Ν. Καλύβας – Νίκος Μαραντζίδης, ΕΜΦΥΛΙΑ ΠΑΘΗ

23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον εμφύλιο

γράφει ο Νίκος Νικολούδης, διδάκτωρ Ιστορίας πανεπιστημίου Λονδίνου

Εάν κρίνει κανείς από τη θεματολογία των βιβλίων νεοελληνικής ιστορίας που έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας από τη Μεταπολίτευση του 1974 έως τις ημέρες μας, ενδεχομένως καμία άλλη περίοδος δεν έχει μελετηθεί περισσότερο από τη δεκαετία 1940-49. Εκ πρώτης όψεως, το γεγονός αυτό δεν φαίνεται περίεργο, δεδομένου ότι ειδικά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε κυρίως κατά τη δεκαετία του 2000-2010 δημοφιλές ανάγνωσμα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς (ιδίως μάλιστα μετά την αποκάλυψη νέων στοιχείων από τα πρώην σοβιετικά αρχεία), ενώ αυτό το αναγνωστικό ρεύμα φαίνεται να διατηρείται ζωντανό μέχρι σήμερα. Εξάλλου, σε συνδυασμό με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει ο Δυτικός κόσμος, έχει αποκτήσει έναν νέο δυναμισμό, καθώς πολλά στοιχεία της παρουσιάζουν αναλογίες με αντίστοιχα που οδήγησαν στην έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενώ όμως στο εξωτερικό τα συναφή ιστορικά έργα έχουν συμβάλει θετικά στη σταδιακή αναθεώρηση ορισμένων παλαιότερων αντιλήψεων, στην Ελλάδα αυτό δεν έχει συμβεί στον ίδιο βαθμό, παρότι οι κραυγαλέες αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας 1940-49 επιτάσσουν μια ιδιαίτερα προσεκτική μελέτη της. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πώς εξελίχθηκε η Ελλάδα από την αρχή αυτής της δεκαετίας έως το τέλος της: από τη μονολιθικότητα της φασίζουσας δικτατορίας του Μεταξά και την εξύψωση του εθνικού φρονήματος κατά τον πόλεμο του 1940-41, στην τριπλή κατοχή, την πολυδιάσπαση του αντιστασιακού κινήματος, το ισχυρό (κατά περίπτωση και περιοχή) ρεύμα συνεργασίας με τους κατακτητές, τη βίαιη αναδιάρθρωση της κοινωνίας λόγω της οικονομικής κατάρρευσής της, την απουσία κάποιας εμφανώς νομιμοποιητικής εξουσίας κατά την Απελευθέρωση και, τέλος (κατά τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας), τη χρησιμοποίηση της ελληνικής επικράτειας ως πρώτου πεδίου σύγκρουσης του Ψυχρού Πολέμου.

Τις τραυματικές αυτές εμπειρίες η ελληνική κοινωνία δεν έχει κατορθώσει ακόμη να διαχειριστεί με την ψυχραιμία που θα επέβαλλε η χρονική απόσταση των σχεδόν επτά δεκαετιών από την επάνοδο του ελληνικού κράτους σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας. Περιέργως όμως, οι συσχετισμοί με τις εμφυλιοπολεμικές συνθήκες της Κατοχής τους οποίες προκάλεσε η οικονομική κατάρρευση των τελευταίων ετών προήλθαν κυρίως από άτομα νεώτερων ηλικιών και όχι από εκείνα που θα είχαν πραγματικούς λόγους να ξαναθυμηθούν τα αδιέξοδα της δεκαετίας του 1940. Για τη διαμόρφωση αυτής της νοοτροπίας σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρει η σχετική ιστοριογραφία της περιόδου της Μεταπολίτευσης, οι περισσότεροι εκπρόσωποι της οποίας έδειξαν ιδιαίτερη μέριμνα για την αποκατάσταση της υστεροφημίας του ΕΛΑΣ και δευτερευόντως του ΚΚΕ, παραβλέποντας άλλους παράγοντες που συνέβαλαν στην πολυδιάσπαση και τον εμφύλιο σπαραγμό της ελληνικής κοινωνίας.

Το «λάθος» αυτό προσπαθούν να «διορθώσουν» τα τελευταία χρόνια οι δύο συγγραφείς του βιβλίου «Εμφύλια πάθη». Το γεγονός ότι δεν είναι ιστορικοί αλλά πολιτικοί επιστήμονες αποτέλεσε συγχρόνως πλεονέκτημα αλλά και μειονέκτημα: μειονέκτημα, γιατί επέτρεψε την ευχερέστερη «απόρριψή» τους από τους εκφραστές της παραδοσιακής ιστορικής θεώρησης αυτής της περιόδου – πλεονέκτημα, γιατί τους έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν μεθοδολογικά εργαλεία των πολιτικών επιστημών τα οποία έως τότε είχαν παραμείνει αναξιοποίητα στην ιστορική έρευνα. Όπως πάντως δηλώνουν οι ίδιοι στην εισαγωγή του έργου (σελ. 24): «αποτιμούμε τον χαρακτηρισμό μας ως «αναθεωρητών» ως ιδιαίτερα τιμητικό, αφού εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της επιστημονικής προσέγγισης. Τα μόνα κείμενα που δεν αναθεωρούνται είναι τα θρησκευτικά θέσφατα και ο μόνος κόσμος μέσα στον οποίο ο όρος «αναθεώρηση» αποτελεί ανάθεμα είναι ο κόσμος του δόγματος και της μίας και μοναδικής αλήθειας».

Εξάλλου, στο ίδιο τμήμα του βιβλίου αναλύονται με πλήρη σαφήνεια οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις των συγγραφέων, κατά τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της σοβαρότητας και της ειλικρίνειας των προθέσεών τους. Στη συνέχεια, στα 23 αυτοτελή κεφάλαια, παρουσιάζονται υπό τύπον διατύπωσης ερωτημάτων και απαντήσεων οι θέσεις τους για τα φαινόμενα και τα γεγονότα που σημάδεψαν τη δεκαετία 1940-49, οι οποίες συμπληρώνονται από αντίστοιχες σύντομες θεματικές βιβλιογραφίες στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Οι θεματικές κατηγορίες που εξετάζονται στο έργο αναφέρονται στην έννοια και το περιεχόμενο του όρου εμφύλιος πόλεμος, την παλαιότερη ιστορία του ΚΚΕ, την εμπλοκή του στην Αντίσταση και τις στοχεύσεις του μέσω του ΕΑΜ, το φαινόμενο του δωσιλογισμού, τις πρώτες εμφύλιες συγκρούσεις και τα Δεκεμβριανά, τη νέα κλιμάκωση των εμφύλιων συγκρούσεων μετά την Απελευθέρωση, τον ρόλο των τριών Μεγάλων Δυνάμεων και την εμπλοκή τους στις εξελίξεις της κατοχικής και της μετακατοχικής περιόδου, τους λόγους της επικράτησης της εθνικής κυβέρνησης επί του ΔΣΕ, καθώς και ορισμένα θέματα-«ταμπού» που ανέκυψαν στη διάρκεια του Εμφυλίου, όπως το παιδομάζωμα, οι πολιτικοί πρόσφυγες και η κληρονομιά της εμφύλιας σύγκρουσης.

Παρά τον σύνθετο χαρακτήρα των ζητημάτων που εξετάζονται, η ευέλικτη δομή του έργου δίνει τη δυνατότητα στους μη ειδικούς αναγνώστες να κατανοήσουν καλύτερα τις διαστάσεις τους. Προκειμένου, π.χ., για το εν πολλοίς ακόμη αναπάντητο ερώτημα «Πώς και πότε επέλεξε (ξανά) τη σύγκρουση του ΚΚΕ» (που αποτελεί το θέμα του κεφαλαίου 13), μετά από μια σχετικά σύντομη αλλά διευκρινιστική ανάλυση της πολιτικής κατάστασης το 1946, οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι: «Ο στόχος του Ζαχαριάδη ήταν να κερδίσει χρόνο προκειμένου να πετύχει καλύτερη οργάνωση της ένοπλης σύγκρουσης και κυρίως την εξασφάλιση πολιτικής και υλικής υποστήριξης από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και ιδιαίτερα τα Βαλκάνια, ώστε η τελική αναμέτρηση να γίνει με τους καλύτερους όρους για το ΚΚΕ… Συμπερασματικά, η απόφαση για αποχή από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 δεν μπορεί να ιδωθεί ούτε ως προσπάθεια του ΚΚΕ για συμβιβασμό μέσω μιας ακραίας αλλά πάντως θεσμικού χαρακτήρα πίεσης, ούτε απλώς ως αποτέλεσμα της τυχοδιωκτικής προσωπικότητας του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη, που ήθελε να οδηγήσει το κόμμα και τη χώρα σε περιπέτεια… Ήταν μια πολιτική απόφαση που στην ουσία εναρμόνιζε τις αντιτιθέμενες απόψεις μέσα στην ηγεσία του κόμματος και μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό σύστημα, προς την κατεύθυνση όμως της κλιμάκωσης, της πόλωσης και της σύγκρουσης» (σελ. 324-6).

Οι ποικίλες αντιδράσεις τις οποίες έχει ήδη προκαλέσει η κυκλοφορία του βιβλίου, όπως και το αυξημένο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού γι’ αυτό, είναι βέβαιο ότι θα το καταστήσουν σημείο αναφοράς για τις μελλοντικές έρευνες της περιόδου 1940-49. Απομένει να διαπιστώσουμε εάν θα συμβάλει και στη μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της νεοελληνικής κοινωνίας γι’ αυτήν, όπως ευελπιστούν οι συγγραφείς.

Ιστορικά Θέματα

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s